Η κατάσταση είναι καλύτερη αλλά παραμένει άσκημη», σημείωνε από την Ιαπωνία ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Λουκάς Παπαδήμος, καταλήγοντας σε μια σύντομη συζήτηση εκτίμησης των αντιφατικών μηνυμάτων. Εκείνων που καταγράφονται στις αγορές και των άλλων που καταγράφουν οι βασικοί οικονομικοί δείκτες.  Ο καθένας έχει την αξία του και κανείς δεν πρέπει να βιάζεται να βγάλει συμπεράσματα μόνον από ορισμένους ή, ακόμη χειρότερα, από μια μόνον ομάδα δεικτών, συμβουλεύει ο κ. Παπαδήμος. Η αβεβαιότητα παραμένει το κύριο χαρακτηριστικό της διεθνούς οικονομίας. Ίσως τελικά, το πράγματι παρήγορο να βρίσκεται στις ισχυρές ενδείξεις σταθεροποίησης των οικονομιών σε ένα, προφανώς χαμηλό, αλλά πάντως σχετικά σταθερό επίπεδο. Οι ανοδικές κινήσεις των αγορών κεφαλαίου θα πρέπει να ερμηνευθούν σε αυτό το πλαίσιο και όχι στην ελπίδα μιας ταχύρυθμης ανάκαμψης. Ο αντιπρόεδρος της ευρωτράπεζας παρατηρεί ότι η πιστωτική επέκταση του τραπεζικού συστήματος παραμένει αρνητική, καθώς οι νέες ροές δεν καλύπτουν τις παλαιότερες, κυρίως γιατί έχει αλλάξει πλήρως ο χρονικός ορίζοντας των οικονομικών αποφάσεων.

Αυτή την αβεβαιότητα καταγράφουν οι περισσότερες ενδείξεις. Οι εκτιμήσεις των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ ξεκινούν από την πτώση κατά -4,1% ως -5,1% του εγχώριου προϊόντος της ευρωζώνης για εφέτος και προχωρούν σε ένα γλίσχρο -1,0% ως +0,4% για το 2010. Πληροφορίες που φέρουν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να ανεβάζει τις προβλέψεις του για την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας σε +2,4% βρίσκουν ώτα ενθουσιώδους υποδοχής. Στη συνάντηση του G8 αυτό το σαββατοκύριακο θα συζητηθούν «αξιόπιστες στρατηγικές εξόδου από την κρίση», ενώ κανείς δεν είναι σε θέση να περιγράψει ποια μπορεί να είναι αυτή, εκτός ίσως από την ευχή ότι η έξοδος από την ύφεση δεν θα μας οδηγήσει σε πληθωριστικές καταστάσεις τις οποίες δεν θα μπορούν να ελέγξουν επιτυχώς οι κεντρικές τράπεζες.

Ορισμένοι μάλιστα σπεύδουν να υποψιαστούν την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ για επικείμενη άνοδο του επιτοκίου. Ευτυχώς, τίποτε δεν επιβεβαιώνει κίνδυνο πληθωρισμού. Το φρενάρισμα που κατεγράφη στην απώλεια θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ, που ορθώς κρίθηκε ως ελπιδοφόρο μήνυμα, σε συνδυασμό με την άνοδο των μακροπρόθεσμων επιτοκίων επί των τίτλων χρέους του αμερικανικού δημοσίου περιγράφουν πάντως ότι το καλοκαίρι αυτό, οι κεντρικές τράπεζες των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ευρωζώνης και της Κίνας θα δουλέψουν πολύ ζωηρά τα σενάριά τους για την επόμενη μέρα της παγκόσμιας οικονομίας.

Σε πρόσφατο σημείωμά τους, οι αναλυτές της J.P. Morgan εξηγούσαν ότι το σενάριό τους, που έβλεπε τον αμερικανό καταναλωτή να κρατά σταθερές τις δαπάνες του και τα εργοστάσια να κόβουν με διψήφιο ρυθμό την παραγωγή τους δεν ευσταθεί πλέον. Η ανάκαμψη στο δεύτερο εξάμηνο του 2009 είναι πολύ πιθανή αν πάντως δεν καταστραφεί πριν καλά-καλά επέλθει, από την άνοδο των τιμών στο πετρέλαιο και άλλες πρώτες ύλες, από την αναιμική κατάσταση στην αγορά εργασίας και, τελικά, από μια δικαιολογημένη επιφυλακτικότητα του καταναλωτή.

Προσέξτε την αγορά της ενέργειας.  Σύμφωνα με την εξαίσια ετήσια έκθεση της BP για την κατάσταση της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας, που δημοσιεύθηκε αυτές τις μέρες, ο κόσμος είδε τις ανανεώσιμες ενέργειες «να συνεχίζουν τη λαμπρή ανάπτυξή τους: 30% για την αιολική και 70% για την ηλιακή, κυρίως επειδή στις Ηνωμένες Πολιτείες η παραγωγή ανανεώσιμων μορφών ενέργειας αυξήθηκε κατά 50%». Αλλά και η τιμή του (αργού) πετρελαίου πέταξε τις τελευταίες εβδομάδες και ήδη βρίσκεται πάνω από τα 70 δολάρια, χαμηλότερα κατά 150% από το ρεκόρ που έπιανε πέρυσι τέτοια εποχή, αλλά 60% πάνω από τις αρχές του έτους. Το ίδιο έχει συμβεί, από την αρχή του έτους,  με τις περισσότερες από τις πρώτες ύλες: +75% ο χαλκός, +82% ο μόλυβδος ακόμη και η ζάχαρη πήρε +30%.

Σημαίνουν αυτά ότι θα είναι καλύτερο για την Ελλάδα να μην κάνει τίποτε το σπουδαίο προκειμένου να προσαρμοστεί σε μια κρίση η οποία δείχνει να περνά «δίπλα» μας; Κάθε άλλο. Κατά πρώτο λόγο, η υστέρηση με την οποία η ελληνική οικονομία διατρέχει την παγκόσμια κρίση δεν σημαίνει ότι θα παύσει να υφίσταται με τα πρώτα δείγματα ανόδου. Η κατεύθυνση της ελληνικής οικονομίας είναι καθοδική και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Η ένδειξη που έδωσαν οι Οικονομικές Μελέτες της Εθνικής Τράπεζας για μείωση του ΑΕΠ κατά -1,5% στηρίζεται βεβαίως στην τεράστια καθίζηση των ευρωπαϊκών αγορών και στην υστέρηση με την οποία θα επιστρέψουν οι γειτονικές μας αγορές, που ευτυχώς σταθεροποιήθηκαν, σε καλύτερες ημέρες.

Αυτό που μας τραβά ολοένα και χαμηλότερα προς τα κάτω είναι το κράτος, τα χρέη του, οι σπατάλες του, η αναποτελεσματικότητά του. Η αλήθεια είναι ότι πριν ένα χρόνο πληρώναμε μόνον 70 πόντους (εκατοστά της μονάδος) ακριβότερα από τη Γερμανία προκειμένου να μας δανείσουν κεφάλαια με δεκαετή ορίζοντα. Ακριβότερα από το χαμηλό τριετίας (+20), όχι όμως και το +3% (ή 300 μονάδες) που πληρώσαμε στο απόγειο της κρίσης ή τις 180 μονάδες που δίνουμε σήμερα και, απ΄ ότι φαίνεται θα δίνουμε για ακόμη αρκετό καιρό.  Αν δεν ελεγχθούν τα χρέη του κράτους η ελληνική οικονομία ακόμη κι αν της δοθεί η ευκαιρία να ανοίξει τα φτερά της δεν θα μπορέσει να απογειωθεί.


Ανατρέχοντας σε όσα είπε πρωθυπουργός στους υπουργούς μετά τις εκλογές, φαίνεται να πήρε ορθώς το μήνυμα (τουλάχιστον στα πιο σημαντικά σημεία του). Αγνοώ όμως αν «τρόμαξαν» οι υπουργοί. Σε τελευταία ανάλυση, ευρωεκλογές ήσαν, δεν κάηκε και ο πισινός τους, καλοκαίρι έρχεται, με την απειλή (;) των εκλογών θα συνεχίσει η κυβέρνηση των «151» να προσποιείται πως κυβερνά κι εμείς οι ψηφοφόροι θα συνεχίσουμε να κάνουμε πως νοιαζόμαστε για όλα αυτά. Να συγχωρέσετε τις πολλές παρενθέσεις στο κείμενο. Φταιει ότι και η (πραγματική) πολιτική, μόνον παρενθετικά μας απασχολεί.

Ο κ. Καραμανλής έκρινε ότι το πρώτο μήνυμα της κάλπης είναι η αποχή. Δηλαδή; Το μήνυμα δεν το έστειλαν εκείνοι που άσκησαν το δημοκρατικό τους καθήκον και ψήφισαν αλλά όσοι έφτυσαν τη δημοκρατία στέλνοντας έτσι το βαρύ νόημα της σιχαμάρας ή, έστω, της αδιαφορίας που τους προκαλούν οι πράξεις των πολιτικών. Ο πρωθυπουργός δικαιολογεί την αποχή, λέγοντας πως «δεν κρινόταν η διακυβέρνηση». Βολική εξήγηση, αλλά ισχύει και από την ανάποδη. Όταν θα στηθεί η κάλπη των βουλευτικών, μπορεί να σπεύσουν πολλοί να πάρουν θέση για την παρούσα διακυβέρνηση. Εκτός αν, ως τότε, η ομάδα Καραμανλή ξεκαθαρίσει επαρκώς ποιο είναι το «άμεσο πολιτικό διακύβευμα» το οποίο απείχε από την ευρωεκλογική συνάντηση, πάντοτε κατά την πρωθυπουργική σκέψη.

Παραμένω με την εντύπωση πως το πρωθυπουργικό «επιτελείο» διυλίζει τον κώνωπα, προκειμένου να διευκολύνει την κατάποση της καμήλου, η οποία βεβαίως είναι η συγκέντρωση μόλις 1.655.636 θετικών ψήφων, επί 9.995.992 εγγεγραμμένων. Επιπλέον, εκείνοι που, αυτή τη φορά, δίπλωσαν και έβαλαν στο φακελάκι το ψηφοδέλτιο του κόμματος της ΝΔ, ήσαν λιγότεροι κατά 1.339.343 από το 2007 και κατά 1.704.870 από το 2004, όταν είχε κερδίσει τη διακυβέρνηση η παρούσα πλειοψηφία. Αν στη Ρηγίλλης πιστεύουν ότι πρόκειται για μια φυσιολογική «φθορά της εξουσίας» με ολίγη από αποχή, τότε έχει χάσει το νόημά της η πολιτική ανάλυση.

Εκεί που έχει δίκαιο ο Καραμανλής είναι ότι οι πολίτες ήθελαν (και κανείς δεν το προσέφερε) να συζητήσουνε τα κόμματα περισσότερο για τις «επιπτώσεις της κρίσης», για τις «μεταρρυθμίσεις και την καθημερινότητα». Όμως, οι πρώτοι που απέφυγαν παρόμοιες (δυσάρεστες) κουβέντες είναι η ίδια η κυβέρνηση και, χαρακτηριστικότερα, ο ίδιος ο πρόεδρός της. Ο κ. Καραμανλής είχε την ευκαιρία να ζητήσει από τον κ. Παπανδρέου (και τους άλλους που ανεβαίνουν στο μπαλκοσένικο της πολιτικής παρέας) να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει επί του κρισιμότερου ζητήματος: «Πρέπει να μειώσουμε τα κρατικά ελλείμματα ή καλύτερα να μοιράσουμε χρήματα στις αναξιοπαθούσε επαγγελματικές ομάδες κι ας αυξηθεί περισσότερο ο δανεισμός της χώρας;»

Προφανώς η κυβέρνηση είχε ήδη διασφαλίσει ένα μήνα παράταση σχετικών συζητήσεων με τους ευρωπαίους, δηλαδή τους Γερμανούς και την Επιτροπή (κυρίως Μπαρόζο και Αλμούνια), προκειμένου να σκεφτεί και να ξανασκεφτεί ποια μέτρα θα πάρει και πόσο αυτά θα βολέψουν τα εκλογικά του σχέδια, αναλόγως με το «μήνυμα» των ευρωεκλογών. Ακόμη και σήμερα, ακόμη και μετά το υπουργικό συμβούλιο, ακόμη και μετά την ήττα της ΝΔ στις εκλογές, κανείς υπουργός, ούτε καν ο ίδιος ο επί της οικονομίας Γιάννης Παπαθανασίου, δεν είναι σε θέση να γράψουν σε μια κόλα χαρτί το χρονοδιάγραμμα των κυβερνητικών κινήσεων για την οικονομία στους επόμενους 6-8 μήνες, περιλαμβανομένων των κεντρικών γραμμών του προϋπολογισμού 2010.

Σε ένα έχει δίκαιο η πρωθυπουργική ανάλυση για το μήνυμα: οι πολίτες που «μπήκαν στον κόπο» να ψηφίσουν δεν επείγονται να πάνε στη βουλευτική κάλπη. Το ίδιο ισχύει και για όσους απείχαν. Αλλά και για τους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ. Αυτό που όλοι περιμένουν από τον κ.  Καραμανλή είναι να κινηθεί η κυβέρνησή του κάπως πιο αποδοτικά από όσο το ανεπρόκοπο κράτος. Τόσο λίγο, έστω και για λίγο. Ας μας πείσει λοιπόν ότι έχει πρόγραμμα με περιεχόμενο. Αλλιώς ας κάνει εκλογές: το ταχύτερο!


Διάχυτη είναι η εντύπωση πως αρκεί να γυρίσει η διεθνής συγκυρία και τότε, έστω και με κάποια καθυστέρηση, η ελληνική οικονομία θα επιστρέψει στα «κανονικά» της. Είναι σωστό ότι η Ελλάδα ακολουθεί με υστέρηση 6-8 μήνες τις εξελίξεις ης διεθνούς οικονομίας. Είναι επίσης σωστό ότι ένα σημαντικό μέρος των χαρακτηριστικών της παρούσας κρίσης οφείλεται στη διεθνή κρίση. Αυτό όμως ισχύει για όλες τις οικονομίες και όχι μόνον για τη δική μας. Για να το θέσουμε κάπως διαφορετικά: η διεθνής κρίση είναι και δική μας κρίση. Κάποιοι μοιάζουν να πιστεύουν ότι το πρόβλημα του ελληνικού τουρισμού είναι απλώς η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος στις κύριες χώρες προέλευσης των επισκεπτών μας. Εμείς, που κάνομε πάντα «όλα καλά», δεν έχομε παρά να περιμένουμε να ξεπεράσουν την κρίση «τους».

Η επαρχιώτικη αυτή στάση απέναντι στις εξελίξεις οφείλεται στην πολύ βαριά κληρονομικά της μακράς περιόδου κατά την οποία ίσχυαν στην Ελλάδα δεκάδες εμπόδια επικοινωνίας της αγοράς μας με τις διεθνείς αγορές. Πράγματι, η χώρα μας προσπάθησε με κάθε τρόπο να εμποδίσει ή τουλάχιστον να καθυστερήσει την προσαρμογή μας στην πραγματικότητα της ενιαίας αγοράς και μόνον υπό την απειλή σοβαρότατων κυρώσεων αποδέχθηκε τη νέα πραγματικότητα μετά το 1993. Απόδειξη ότι σε όσες επιμέρους αγορές ή κλάδους διατηρείται η «εθνική» αυτονομία, οι κυβερνήσεις έχουν αποφύγει να αναθεωρήσουν με δική τους πρωτοβουλία καταστάσεις που επιβαρύνουν την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και την επιτάχυνση της ανάπτυξης. Τα εσωτερικά εμπόδια διατηρήθηκαν σχεδόν συστηματικά. Με αποτέλεσμα να υπάρχουν, ακόμη σήμερα, σοβαρές ανωμαλίες στη λειτουργία του εταιρικού τομέα, κυρίως διαρθρωτικού χαρακτήρα, όπως άλλωστε δομικές καθυστερήσεις στη διαχείριση του δημόσιου τομέα είναι εκείνες που προξενούν εξίσου μεγάλα προβλήματα.

Όλα αυτά τα προβλήματα, η κρίση τα κάνει πολύ χειρότερα. Πρόσφατη έρευνα μεγάλου οργανισμού, που είχα την ευκαιρία να μελετήσω, υπογραμμίζει ότι «ο εταιρικός τομέας εμφανίζεται ασθενέστερος του ευρωπαϊκού κυρίως σε όρους χαμηλότερης κερδοφορίας και υψηλότερης μόχλευσης». Αυτό σημαίνει ότι ένα πολύ σημαντικό μέρος της οικονομίας, που πραγματοποιεί το 22% του συνολικού κύκλου εργασιών, μπορεί να χαρακτηρισθεί αδύναμο ή, με όρους που μας είναι πιο γνωστοί, «προβληματικό». Η κατάσταση είναι δυσκολότερη επειδή οι προβληματικές επιχειρήσεις των προβληματικών κλάδων, δεν μπορούν να συντηρηθούν στη ζωή με αύξηση των δανείων τους, όπως, σε μεγάλο βαθμό, συνέβη τα τελευταία χρόνια του εύκολου και φθηνού χρήματος. Υπάρχουν πλέον πάρα πολλές επιχειρήσεις που έχουν δανειστεί περισσότερα από όσα μπορούν να εξυπηρετήσουν σε μια οικονομία συντήρησης, χαμηλών δηλαδή ρυθμών αύξησης της δραστηριότητας.

Η κατανομή της προβληματικότητας δείχνει ότι το ποσοστό είναι περί το 25% (1 στις 4) στη βιομηχανία, το 22,5% στο εμπόριο και μικρότερο από 20% (1 στις 5) στις υπηρεσίες. Μεταξύ άλλων, οι επιχειρήσεις που εμφανίζουν σοβαρά προβλήματα είναι συγκεντρωμένες στους κλάδους μετάλλου, εκδόσεων, ξύλου, μεταφορών, κλωστοϋφαντουργίας, κατασκευών, ξενοδοχείων και εστιατορίων, αυτοκινήτου, επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, τροφίμων και χονδρικής διαχείρισης μηχανημάτων και εξοπλισμού. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η κρίση έχει ήδη κάνει την κατάσταση πολύ χειρότερη και η βαθμολόγηση που χρησιμοποιούν οι τράπεζες στις εσωτερικές τους διαδικασίες αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας των μονάδων έχει πέσει στο C-, από το C+ που είχαν πολλές απ’ αυτές. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη κι όταν η κρίση θα έχει αρχίσει να ξεπερνιέται τα «δομικά προβλήματα της βιομηχανίας και δευτερευόντως των υπηρεσιών θα παραμείνουν», ενώ ο «εμπορικός τομέας θα ανακάμψει σημαντικά».

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ελληνικές εταιρείες εμφανίζονται αδύναμες όταν συγκριθούν με την κατάσταση των ομολόγων τους ευρωπαϊκών. Στηρίζονται σε λιγότερα δικά τους κεφάλαια, αυξάνουν το δανεισμό τους σε σύγκριση με τις εισπράξεις τους, βαρύνονται από τη μικρότερη παραγωγικότητα της εργασίας. Κυρίως όμως, είναι πολύ μικρές για να επιχειρήσουν αξιόλογες επενδύσεις οργάνωσης της παραγωγής, της διανομής και, τελικώς, των αγορών τους. Από το καταγεγραμμένο σύνολο των 875 χιλιάδων επιχειρήσεων, μόνον οι περίπου 500 έχουν κύκλο εργασιών μεγαλύτερο από 50 εκατομμύρια ευρώ και μπορούν να χαρακτηριστούν «μεγάλες», ενώ περίπου 7.000 επιχειρήσεις τζιράρουν πάνω από 2,5 εκατ. ευρώ και μπορούν να κριθούν ως «μεσαίες».

Σε αυτές τις μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις παρατηρήθηκε ταχύτατος ρυθμός ανάπτυξής τους τα τελευταία χρόνια, δίνοντας περιεχόμενο στην ανάπτυξη των τελευταίων ετών, προσφέροντας φορολογήσιμα εισοδήματα και πραγματική απασχόληση. Στην περίοδο 2003-2007, εμφάνισαν μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης των εργασιών τους 10,2%, ανώτερο από το 7,8% που αυξήθηκε σε ονομαστικές τιμές το ελληνικό εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ). Οι μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις έχουν καλές αποδόσεις κεφαλαίων, ικανοποιητικά περιθώρια κέρδους, μικρότερη έκθεση στον δανεισμό, ικανοποιητική ρευστότητα και σχετικά καλή διάρθρωση παραγωγής και, γενικότερα, ένα προφίλ που πείθει ότι μπορούν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα από τη μείωση της ζήτησης και την αναδιάρθρωση των αγορών ενώ, σε κάποιες περιπτώσεις, θα επωφελούνται περισσότερο καθώς η οικονομία θα εξέρχεται από την κρίση.

Ο φόβος των πολιτικών που συντηρεί την παράλογα ελαφριά φορολογική επιβάρυνση των τσιγάρων είναι χαρακτηριστικό δείγμα αδυναμίας να επιδιώξει η χώρα στόχους που ανατάσσουν διπλά το δημόσιο συμφέρον: προστασία της υγείας του πληθυσμού, υγιής αύξησης των δημοσίων εσόδων. Παρά τις συζητήσεις που γίνονται τον τελευταίο καιρό για τα συμπληρωματικά μέτρα μέσω των οποίων θα προσπαθήσει η κυβέρνηση να περιορίσει την, πρακτικώς βεβαία, εκτόξευση του κρατικού ελλείμματος στο επίπεδο του 7% του ΑΕΠ, στο υπουργείο Οικονομικών δεν υπολογίζουν κάποια αύξηση του φόρου στα τσιγάρα.

Το ελληνικό κράτος, δέσμιο διαπλεκομένων συμφερόντων, παγιδεύεται σε αντιφάσεις. Την ώρα που, μέσω του υπουργού Υγείας, επιδιώκει τον περιορισμό της κακής συνήθειας του καπνίσματος, με τους περιορισμούς στους δημόσιους και εργασιακούς χώρους, ο υπουργός Οικονομικών αρνείται να συνδράμει στον ίδιο στόχο με την αύξηση των φόρων. Παρά το αντικειμενικό γεγονός που προκύπτει από την εμπειρία των άλλων κρατών: μόνον ο συνδυασμός απαγορεύσεων, κανονισμών και υψηλής φορολόγησης οδηγεί τους συμπολίτες μας στην εγκατάλειψη του καπνίσματος. Σήμερα, η κατανάλωση τσιγάρων περιορίζεται μόνον κατά 1% κάθε χρόνο. Με το συνδυασμό μέτρων θα μπορούσε, σύμφωνα με έγκυρες εκτιμήσεις στελεχών του κλάδου, να μειωθεί κατά 3%

Σημειώστε ότι το κράτος εισπράττει σήμερα περίπου 2,5 δις ευρώ από το φόρο των τσιγάρων. Θα μπορούσε να εισπράττει ποσό αυξημένο κατά τουλάχιστον 30-40% μεγαλύτερο. Αν δεν υποχωρούσε στα «κόλπα» των ψευδο-εγχώριων παραγωγών, αλλά στην πράξη διακινητών φθηνότερων προϊόντων θανάτου. Αν δεν «έκλιναν τα μάτια» στα φθηνά υποκατάστατα του τσιγάρου (προσέξτε τις «παγωμένες» τιμές των στριφτών!). Θα μπορούσε το ίδιο εύκολα να εισπράξει τα διπλάσια, δηλαδή πάνω από 5 δις ευρώ, αν αποφάσιζε να αντικαταστήσει όλο το σημερινό περίπλοκο «σύστημα» φόρων με ένα πάγιο ποσό φόρου σε κάθε πακέτο τσιγάρων.

Πρόσθετη απόδειξη της οπισθοδρομικής «ελληνικής» πολιτικής, είναι οι αντιρρήσεις και οι απειλές βέτο που με επιμονή προβάλουν οι εκπρόσωποί μας στα κοινοτικά όργανα, κάθε φορά που συζητείται κάποια προσαρμογή ή/και νέα επιβάρυνση στα τσιγάρα. Όμως, τα ελληνικά καπνά, εξαιρετικής ποιότητας και αναλόγου υψηλής τιμής, δεν χρησιμοποιούνται από τον παραδοσιακό βιομήχανο της Καλαμάτας που απειλεί (μάλλον αποτελεσματικά!) τις κυβερνήσεις , αφού εισάγει τα καπνά που χρησιμοποιεί, όπως καταγγέλλουν οι καπνοκαλλιεργητές. Με αποτέλεσμα, η χώρα να εκτίθεται διεθνώς καθώς, όπως έχουν συμπεράνει  στις Βρυξέλλες, οι αντιρρήσεις της ελληνικής κυβέρνησης σε μια πιο ενεργό αντικαπνιστική κοινοτική πολιτική αποσκοπούν στη δυνατότητα του γνωστού βιομηχάνου να επιτυγχάνει χαμηλότερες τιμές σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Η κυβέρνηση εκτίθεται σε μάχη οπισθοφυλακής και εκθέτει όλους εμάς. Έναντι της κοινής απόφασης των ευρωπαίων για ελάχιστη φορολογική απόδοση, το πάγιο τέλος που σας έλεγα προηγουμένως, πήραμε παράταση μέχρι το 2018, συμμαχώντας με τις νέες (πρώην ανατολικές) χώρες της Ένωσης! Να γιατί δεν αντιλαμβάνομαι το θράσος που έχουν στην κυβέρνηση να ζητούν από, τους ίδιους πάντοτε, ειλικρινείς και βαρύτατα φορολογούμενους πολίτες, να πληρώνουν περισσότερους τακτικές και έκτακτες εισφορές, πληρώνοντας τελικά αυτοί το τεράστιο κόστος για τη φροντίδα των βλαβών που προκαλούνται από το κάπνισμα. Ας τους ζητηθεί, τουλάχιστον, να πληρώσουν!



Αν κάθε φορά που η καλύτερη δημοσκόπηση αλλάζει τη σειρά των κομμάτων έπρεπε να κάνουμε εκλογές «για να αποτυπωθεί η νέα πραγματικότητα», τότε δεν ούτε δημοκρατία θα είχαμε, κι ας γινόντουσαν απανωτές προσφυγές στη «λαϊκή βούληση», ούτε βεβαίως καμία απολύτως αποτελεσματικότητα διακυβέρνησης. Αλλαγή κυβέρνησης δεν πρέπει να αναμένεται ούτε λόγω της επικείμενης πανωλεθρίας που θα υποστεί η κυβερνητική παράταξη στις επικείμενες ευρωεκλογές. Η επιδίωξη του Γιώργου Παπανδρέου, της Αλέκας Παπαρήγα και άλλων να μετατρέψουν την κάλπη της 7ης Ιουνίου σε διλημματική απόπειρα δημοψηφίσματος δεν αποτελούν παρά τυπικά πολιτικάντικα τρύκ που υποδηλώνουν την έλλειψη δημιουργικότητας στην κεντρική πολιτική σκηνή.

Η χώρα χρειάζεται σήμερα, ακόμη περισσότερο, πραγματική και στιβαρή διακυβέρνηση. Για τους φιλότιμους κατοίκους αυτής της χώρας αυτό που μετρά είναι με ποιους ακριβώς τρόπους θα μειωθεί το δημόσιο έλλειμμα κατά τουλάχιστον 3 μονάδες του ΑΕΠ, που σημαίνει μεταφορά από τις τσέπες μας στο κρατικό ταμείο ενός ποσού που θα ξεπεράσει τα 7 δις ευρώ. Ένα δις περισσότερα από τους φόρους επί των κερδών του 2006 (μια καλή χρονιά για τις επιχειρήσεις) και επί της περιουσίας (μαζί και της μεγάλης…). Σκέφτεστε πως δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία πως ακριβώς θα μας τα πάρει. Δεν είναι καθόλου έτσι: η πλευρά των σοσιαλιστών ισχυρίζεται ότι μπορεί να μειώσει το έλλειμμα με δύο κινήσεις: αύξηση συντελεστή φορολόγησης για τα πολύ μεγάλα εισοδήματα και πάταξη της φοροδιαφυγής.

Τα πολλά μεσαία εισοδήματα φορολογούνται σήμερα με ανώτατο συντελεστή 25%. Με 35% πληρώνουν όσοι έχουν να δηλώσουν περισσότερα από € 40.000 ετησίως και 40% για άνω των € 75.000. Θεωρώ αυτονόητο ότι οι άνθρωποι της Ιπποκράτους θα ρίξουν μια ματιά στη στατιστική των φορολογουμένων όπου θα διαπιστώσουν πως στην κατηγορία αυτή δεν βρίσκονται περισσότεροι από 3.000 κύριοι υπόχρεοι φόρου (ένα 0,25% του συνόλου), που δηλώνουν φορολογητέο εισόδημα κοντά στα € 400 εκατομμύρια ή 7% του συνόλου. Ο υπουργός Οικονομίας Γιάννης Παπαθανασίου δεν έχει πειστεί ότι αξίζει τον κόπο να απομακρυνθεί από τις καλά εδραιωμένες πολιτικο-φορολογικές πεποιθήσεις του και ότι, πρακτικώς, δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα.

Στην ίδια κατεύθυνση βρίσκεται το μέλος του συμβουλίου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Μιράντα Ξαφά, που δήλωσε τις προάλλες στο ραδιόφωνο του Σκάϊ ότι διαφωνεί με την παρότρυνση της ομάδας εμπειρογνωμόνων του ΔΝΤ που ζήτησε την αναβολή της προγραμματισμένης μείωσης των φορο-συντελεστών. Η χαμηλότερη φορολογία εισοδήματος διευκολύνει την πάταξη της φοροδιαφυγής, υποστήριξε. Μένει πλέον να διευκρινίσει ο κ. Παπανδρέου αν ειλικρινώς σκοπεύει να αλλάξει όλη την κλίμακα φόρων ή απλώς να εγκαινιάσει μια ανώτερη κατηγορίας (π.χ. άνω των € 150.000 ετησίως) με έναν αντιστοίχως υψηλό συντελεστή (π.χ. 50% ή και 55%). Να υποθέσουμε ότι θα το έχει κάνει τουλάχιστον πριν την ανακοίνωση του προϋπολογισμού για το προσεχές έτος, κατά το οποίο θα δηλώσει έτοιμος να κυβερνήσει.

Όμως, μέχρι να υποστεί η σημερινή κυβέρνηση την αποδοκιμασία της Βουλής, που είναι η μόνη δημοκρατική διαδικασία αλλαγής της, τα έσοδα του κράτους πρέπει να αυξηθούν. Η πάταξη της φοροδιαφυγής μπορεί να βοηθήσει, αλλά δεν πρόκειται να λύσει τίποτε. Για τον απλό λόγο, που τον γνωρίζουν θαυμάσια όλες οι πολιτικές δυνάμεις: υπάρχουν οι μεγάλοι φοροφυγάδες (που γνωρίζουν και πολύ καλά να κρύβονται και να χρηματοδοτούν τους διώκτες τους…) αλλά υπάρχουν και οι απίθανα πολλοί και απίθανα θρασείς μικρότεροι. Μπορεί να μην αρέσει στους πολιτικούς, αλλά η αποτελεσματικότητα των κρατικών εσόδων περνά από τους …φίλους ψηφοφόρους. Για τον απλό αυτό λόγο, ο κ. Παπαθανασίου θα μας ταράξει με νέους και μεγαλύτερους φόρους στην κατανάλωση. Αυτό ακριβώς που φοβάται η οικονομία, αφού μειώνει τη ζήτηση και, τελικώς, κάνει πλουσιότερους τους μικρομεσαίους φοροφυγάδες!


Σχεδόν ένας στους δύο και πιο συγκεκριμένα το 47% στελεχών επιχειρήσεων σε 22 ευρωπαϊκές χώρες, πιστεύει ότι λόγω της κρίσης και της ανάγκης να κρατηθούν σε ζωή οι επιχειρήσεις δεν είναι ανήθικο να χρησιμοποιήσουν μεθόδους για τη διασφάλιση πωλήσεων όπως η απάτη και η δωροδοκία. Τα αποτελέσματα ανακοίνωσε την περασμένη Τετάρτη ο David Stulb, επικεφαλής της αρμόδιας διεύθυνσης για τη διερεύνηση πρακτικών απάτης, που διαθέτει ο μεγάλος οργανισμός παροχής υπηρεσιών διοίκησης Ernst & Young. Περίπου 2.200 στελέχη απάντησαν στην σχετική έρευνα και το 40% εξ αυτών εκτιμούν ότι υπάρχει ρεαλιστική πιθανότητα να χρησιμοποιήσουν τα υψηλά ιστάμενα στελέχη των επιχειρήσεων στις οποίες εργάζονται, ανήθικες πρακτικές για την εξασφάλιση συμβολαίων.

Στο φως αυτών των πεποιθήσεων πρέπει να αντιληφθούμε και τις  δουλειές της Siemens. Αν γινόταν μια παρόμοια έρευνα στα «ελληνικά» στελέχη η εικόνα θα ήταν χειρότερη. Η δικαιολογία για τους ευρωπαίους, ότι δηλαδή είναι η κρίση που μετατρέπει σε «ηθικώς αποδεκτή» την προσπάθεια να κερδίσουν δουλειές για τις επιχειρήσεις τους, αποτελεί, προφανώς, πάγιο κανόνα για την ελληνική επιχειρηματικότητα. Οι εγκληματικές πρακτικές στην επιχειρηματική ζωή είναι ένας από τους λόγους που στέλνουν την Ελλάδα σε πολύ χαμηλές θέσεις ανταγωνιστικότητας. Στις απαντήσεις που δίνουν στην ετήσια έρευνα (World Competitiveness Yearbook, 2009) του διεθνούς κύρους ελβετικού πανεπιστημίου IMD (Ινστιτούτο Ανάπτυξης Μάνατζμεντ) τα στελέχη λαμβάνουν πολύ σοβαρά υπόψη τους τις συνθήκες για την επιχειρηματικότητα σε κάθε μια χώρα. Αν, για παράδειγμα, έχουν την πεποίθηση ότι για να κλείσεις τον ετήσιο ισολογισμό στα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης και να γνωρίζεις τις υποχρεώσεις σου, πρέπει να έρθεις σε μαύρη συναλλαγή με τις κρατικές αρχές, θα βαθμολογήσουν πολύ χαμηλά τη συγκεκριμένη χώρα.

Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, τα ίδια αυτά στελέχη θα βρεθούν σε πολύ δύσκολη θέση όταν θα κληθούν να δικαιολογήσουν τις σχετικές δαπάνες διαφθοράς. Οι σε αναμονή κατηγορούμενοι στις υποθέσεις της Siemens και της M.A.N. αυτό ακριβώς σκέφτονται τούτες τις μέρες. Μια μαύρη συναλλαγή αφήνει πάντοτε κάποια σημάδια. Αν κάποιος ψάξει προσεκτικά, όλο και κάτι μπορεί να ανακαλύψει. Βεβαίως, οι ελληνικές ανακριτικές διαδικασίες των δικαστικών αρχών δεν έχουν τις απαραίτητες ικανότητες ή, κάποτε, και το δικανικό θάρρος. Την έχουν όμως οι μητρικές. Από εκεί, τη Γερμανία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες, γίνονται οι κατάλληλες αποκαλύψεις. Ρωτήστε εταιρείες που προσφέρουν υλικό στα νοσοκομεία για να μάθετε πόσο δύσκολα δικαιολογούν τα μεσιτικά στους νοσοκομειακούς, το ρεγάλο στους εφοριακούς αλλά και τον περίπλοκο μηχανισμό απόκρυψης δημόσιου χρέους που τους προτείνει (επισήμως!) η ελληνική πολιτεία.

Κάποιες άλλες εταιρείες, όπως δύο από τα πολύ μεγάλα διεθνή ονόματα στον χώρο των πετρελαιοειδών, αποφασίζουν να πωλήσουν (βρέθηκαν πλέον και οι αγοραστές) όλα τους τα υπάρχοντα στην Ελλάδα, να πάρουν το σήμα τους και να φύγουν. Υπάρχει βεβαίως η κρίση, που προσφέρει μια καλή δικαιολογία, αλλά υπάρχει και το πρόβλημα της διαφθοράς, οι απαιτήσεις των επαγγελματιών του κλάδου (βενζινάδικα και μεγαλο-λαθρέμποροι στην περίπτωση αυτή) που κάθε κυβέρνηση δηλώνει ανίσχυρη να αντιμετωπίσει. Όταν και αυτές θα έχουν αποχωρήσει από την ελληνική αγορά, όταν τα στελέχη θα έχουν εξηγήσει στους συναδέλφους τους το «γιατί» τότε η θέση της Ελλάδας στη διεθνή κλίμακα ανταγωνιστικότητας θα υποχωρήσει μερικές ακόμη θέσεις.


Τι πρέπει να κάνουν οι πολιτικοί της κυβερνητικής καθώς αντιλαμβάνονται πόσο δύσκολα έχουν έρθει τα πράγματα για την χώρα και, επομένως, για τους ίδιους; Δύο κυρίως πράγματα. Να ανοίξουν τη διοίκηση σε χέρια που ενόσω δεν είναι κομματικά, είναι ικανά να στηρίξουν την χώρα στις δύσκολες στιγμές. Χωρίς κομματικές προτιμήσεις, αλλά με τίμια παραδοχή της δυσκολίας να κυβερνήσουν χρήσιμα και σε συνεννόηση με την ώριμη πλέον αντιπολίτευση. Κι επειδή αυτό μοιάζει πολύ δύσκολο, μπορούν να κάνουν το δεύτερο: να διευκολύνουν την αντιπολίτευση χωρίς να διαλύσουν πλήρως τον τόπο. Κάπως πρέπει, οι συνιστώσες του δικομματισμού, να αντιληφθούν ότι ο τόπος απαιτεί από αυτούς να μη βλάψουν την χώρα στο βωμό των εσωκομματικών τους φιλοδοξιών και συγκρούσεων. Το ζητούμενο τώρα είναι να αναβαθμιστεί η ομάδα των υπευθύνων που θα αντιμετωπίσει της χώρας απέναντι στις προκλήσεις που έφερε η μεγάλη κρίση. Σε τελευταία ανάλυση, κι όταν ο Καραμανλής θα έχει επιστρέψει στην αντιπολίτευση, θα έχει επιτύχει κάτι σημαντικό για την παράταξή του: όταν επιστρέψει στην εξουσία (μάλλον σύντομα) οι Έλληνες δεν θα φοβούνται ότι θα συνοδεύεται από την αλήστου μνήμης «Δεξιά».

Ο σημερινός πρωθυπουργός πέτυχε να περιβάλει την παράταξη της Νέας Δημοκρατίας με την χροιά της κεντρώας και μετριοπαθούς πολιτικής. Για να το επιτύχει ανέχθηκε δακτυλοδεικτούμενους απατεώνες. Συμβιβάστηκε με την αυθαιρεσία της «αριστεράς» και τον οπισθοδρομισμό της συνδικαλισμένης δημόσιας διοίκησης. Να συντήρησε τις λεωφόρους της διαφθοράς. Συνομίλησε με τους διαπλεκόμενους στην γλώσσα τους. Διατηρεί όμως την προσωπική του αυτονομία και κανείς δεν είναι έτοιμος να επιδικάσει στον Κώστα Καραμανλή πονηρή πρόθεση για τα χάλια της χώρας κι ας του φορτώνει ακέραιες τις ευθύνες για την ανικανότητα του κράτους. Ο πρωθυπουργός παραμένει χρήσιμος.

Για ποιόν όμως; Πολλαπλά σημάδια οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κ. Καραμανλής, όπως ο κ. Σημίτης πριν μερικά χρόνια, επιδιώκει να φανεί χρήσιμος πρώτα για την παράταξή του και μόνον για όσο περισσεύει σκέφτεται τη μοίρα του τόπου. Ο Κώστας Σημίτης, μετά το κομματικό πραξικόπημα που απέτρεψε την υπό τον Τάσο Γιαννίτση σχεδιασμένη, σώφρονα όσο και απαραίτητη, μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού, προτίμησε να υποτάξει τη δεύτερη τετραετία «του» στην υπηρέτηση του κόμματος, το οποίο θα είχε διαλυθεί αν ο Σημίτης επιχειρούσε τη μεταρρύθμιση. Φρόντισε μόνον να προστατεύσει το προσωπικό του κύρος και τη διεθνή θέση της χώρας, ασχολούμενος αποκλειστικά με την υπόθεση της κοινοτικής προεδρίας. Οι κρίσιμες προσαρμογές που χρειαζόταν η χώρα για να αντέξει μετά τη βιαστική είσοδό μας στην ευρωζώνη αναβλήθηκαν. Η εξυγίανση της δημόσιας διοίκησης ξεχάστηκε. Ο κ. Σημίτης παρέμεινε στην εξουσία ως διαχειριστής μιας εξουσίας που όφειλε να παραδώσει πριν αναχωρήσει.

Ο Κώστας Καραμανλής δείχνει να περιέρχεται σε παρόμοια θέση. Δείχνει αφοσιωμένος στην όσο γίνεται πιο απαλή αντιμετώπιση των συνεπειών από τη μεγάλη κρίση. Πιστεύει ότι μπορεί να κερδίσει την κρίσιμη μάχη. Όπως και ο ίδιος έχει επιλέξει να λέγει, προτιμά να είναι «χρήσιμος» για τον τόπο. Μπορεί να το επιτύχει μόνον αν μείνει μακριά από την ήδη επιταχυνόμενη ενδοπαραταξιακή σύγκρουση για τη διαδοχή του. Δυστυχώς, και οι δύο σχηματισμοί του δικομματισμού δεν έχουν ακόμη κατακτήσει επαρκώς κανόνες πολιτικής ουσίας και διαδικαστικής διαφάνειας στην εσωτερική τους δημοκρατία. Πόσοι άραγε φοβούνται ότι αν η Ντόρα Μπακογιάννη εκδηλώσει τις λογικές φιλοδοξίες της το κόμμα της ΝΔ θα οδηγηθεί στη διάλυση;

Αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο χρησιμοποιείται με τον ίδιο τρόπο που είχε συμβεί και στην Σημίτη εποχή το «δημοσκοπικό χάπι» του «καταλληλότερου» πρωθυπουργού. Δεν κάνουν λάθος οι δημοσκοπήσεις αλλά όσοι πιστεύουν ότι αυτό μπορεί να εμποδίσει την επικράτηση του κ. Παπανδρέου. Πρόκειται ακριβώς για το ίδιο λάθος που κάνει η σημερινή αντιπολίτευση. Πιστεύει ότι αρκεί να κερδίσει τις εκλογές για να κατορθώσει να κυβερνήσει. Ακόμη δεν έχουν κατανοήσει οι πολιτικοί μας ότι η χώρα εμφανίζεται και είναι ακυβέρνητη λόγω της καταθλιπτικής και επικίνδυνης ανικανότητας και διάβρωσης του κρατικού μηχανισμού. Είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς γιατί θέλουν τόσο πολύ να κυβερνήσουν μια διαλυμένη μηχανή, παρά μόνον επειδή είναι γνωρίζουν πόσο γλυκιά παραμένει η γεύση της εξουσίας και της διαφθοράς που τη συνοδεύει. Οι δύο πολιτικοί αρχηγοί έχουν ακόμη την ευκαιρία, αμέσως μετά τις ευρωεκλογές, να συμφωνήσουν στα αυτονόητα αν θέλουν να αποφύγουν τον εξευτελισμό της Ιστορίας.


Στα επόμενα έτη, το κρίσιμο ερώτημα για τον Έλληνα εργαζόμενο θα είναι η διατήρηση του παρόντος εισοδήματός του. Η αιτία δεν βρίσκεται απλώς στην κρίση, αλλά κυρίως σε αυτό που αποκαλύπτει. Την αδυναμία της ελληνικής οικονομία να υποστηρίξει το επίπεδο εισοδημάτων στο οποίο έχουμε φτάσει. Επειδή αντιλαμβάνομαι ότι κανείς δεν πιστεύει πως οι έλληνες είναι «πλουσιότεροι» από πολλούς άλλους ευρωπαίους, σας καλώ σε μια περιήγηση στα στοιχεία που παραθέτει ο ΟΟΣΑ στην τελευταία έκδοσή του για τα φορολογικά βάρη στη μισθωτή εργασία μεταξύ των κρατών μελών του οργανισμού (Taxing Wages 2007-2008).

Στη σελίδα 22, μαθαίνουμε ότι για την Ελλάδα η μέση αμοιβή, πριν από φόρους και κρατήσεις, υπολογίστηκε σε 26.097 ευρώ ετησίως. Μια άλλη σύγκριση (σελ. 65), σε δολάρια ισοδύναμης αγοραστικής αξίας (ώστε να μην υπεισέρχονται οι διαφορές κόστους ζωής), δείχνει ότι ένα ζευγάρι εργαζομένων με δύο παιδιά έχει ακαθάριστο εισόδημα 43.146 δολαρίων και μετά από φόρους 31.665 δολάρια. Στην περίπτωση αυτή, ο μέσος συντελεστής φορολογίας εισοδήματος βρίσκεται στο 26% περίπου ή κάτι περισσότερο από μια σε κάθε τέσσερις μονάδες εισοδήματος.

Υψηλοί φόροι, αλλά σε υψηλό εισόδημα. Δείτε την Ισπανία: εισόδημα προ φόρων στα $ 30.422 και μετά στα $ 27.015 με συντελεστή μόλις στο 11%. Αλλά και τη Γαλλία: το μέσο εισόδημα φθάνει τα  συγκρίσιμα δολάρια 36.035 και ο συντελεστής φορολογίας «μόλις» το 17,6%. Κι αν δεν έχετε πειστεί, συγκρατείστε το «εξωφρενικό»: η Σουηδία εμφανίζει μέσο εισόδημα 37.607 δολαρίων και συντελεστή 19,1%. Πολύ κοντά στη μέση φορολογία των 15 παλαιότερων κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ανέρχεται σε 18% για ένα μέσο εισόδημα 40.515 δολαρίων.

Επειδή εύκολα θα δηλώσετε την ορισμένη έκπληξή σας, κάντε μερικούς απλούς υπολογισμούς και θα δείτε ότι τα νούμερα μάλλον είναι σωστά. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχει μικρά εισοδήματα. Δεν υπάρχει κανείς προκλητικά υπεραμειβόμενος τηλεοπτικός άνδρας (ή γυναίκα) που δεν λούζει το παράθυρό του με κροκοδείλια δάκρυα για τους εργαζομένους των 700 ευρώ. Όμως, το κύριο πρόβλημα στην Ελλάδα είναι πόσοι πολλοί είναι εκείνοι που δεν απασχολούνται, είτε γιατί δεν βρίσκουν δουλειά, είτε γιατί δεν αναζητούν. Στην πλευρά όμως όσων έχουν κανονική (δηλαδή πλήρη και συμβατική) απασχόληση, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ήδη από την 1η Μαΐου, η κατώτατη αμοιβή για έγγαμο που προσεγγίζει την πρώτη επαγγελματική του δεκαετία, σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη Συλλογική Σύμβαση, πέρασε τα € 1.000 ή κάτι λιγότερο από € 15.000 ετησίως. Προσθέστε ότι οι κλαδικές συμβάσεις προβλέπουν μεγαλύτερες αμοιβές (μεταξύ 15% και 30% από αυτό το όριο). Προσθέστε τα επιδόματα (γάμου, παιδιών, σπουδών, ειδικών συνθηκών, κ.λπ.). Υπολογίστε ότι για πολλούς (προφανώς όχι για όλους) εργαζομένους σε πολλές (προφανώς όχι σε όλες) επιχειρήσεις οι αμοιβές ξεπερνούν τα όρια των συλλογικών συμβάσεων. Πολλαπλασιάστε το αποτέλεσμα επί δύο ή, έστω, με συντελεστή 0,8 (αν το άλλο μέλος της οικογένειας δεν έχει την ίδια «καλή» μοίρα) και θα αντιληφθείτε ότι ένα σημαντικότατο μέρος της μισθωτής εργασίας βρίσκεται ακριβώς εκεί που το τοποθετεί η στατιστική του ΟΟΣΑ.

Μάλιστα, στην πραγματικότητα της οικονομικής δραστηριότητας τα πράγματα είναι χειρότερα: το συνολικό κόστος απασχόλησης είναι ακόμη μεγαλύτερο. Για να  Σύμφωνα πάντοτε με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, πάντοτε σε μονάδες ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης, η Ελλάδα βρίσκεται στα 46.044 δολάρια κατά κεφαλή! Και, για να εκπλαγείτε κι άλλο, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζουν μόλις $ 44.039, Ισπανία στα $ 39.595, Σουηδία στα $ 49.798! Το ποσό αυτό αποτελείται από τρία μέρη: την καθαρή αμοιβή, το φόρο εισοδήματος επ’ αυτής, τις κρατήσεις για τα ταμεία σύνταξης και υγείας που πληρώνει ο εργαζόμενος και τις κρατήσεις που πληρώνει ο εργοδότης. Στην Ελλάδα έχουμε μάλλον χαμηλό συντελεστή άμεσης φορολόγησης, αλλά υψηλές κρατήσεις για τον εργαζόμενο και τον εργοδότη. Με αποτέλεσμα ο έλληνας εργαζόμενος να καταλαμβάνει τη δεύτερη υψηλότερη θέση στην κλίμακα των κρατήσεων επί του συνολικού κόστους εργασίας με ποσοστό 42,7%!

Στην ίδια έκθεση, οι αναλυτές του ΟΟΣΑ επιχειρούν να εξάγουν συμπεράσματα για τη συνολική φορολογική επιβάρυνση των μισθωτών εισοδημάτων, συμπεριλαμβάνοντας την επίπτωση των εμμέσων φόρων. Δυστυχώς η Ελλάδα δεν είναι μεταξύ των χωρών για τις οποίες έχει γίνει η αρχική προσέγγιση. Δεν θα πέσουμε όμως και πολύ έξω στον υπολογισμό μας αν προσθέσουμε ένα ποσοστό 6-8%, ως πρόσθετη επιβάρυνση στο σύνολο, αν και οι έμμεσοι φόροι εισπράττονται επί του καθαρού εισοδήματος. Το αποτέλεσμα είναι βεβαίως ότι οι μισθωτοί καταβάλουν στο κράτος ένα σε κάθε δύο ευρώ που δημιουργούν με την εργασία τους. Να γιατί αισθάνονται πως δεν τους φτάνουν, ενώ είναι μάλλον καλά αμειβόμενοι όταν τους συγκρίνουμε με μισθωτούς άλλων κρατών. Από οικονομική άποψη, το συμπέρασμα δείχνει την τραγική θέση στην οποία έχουν περιέλθει οι μισθωτοί. Η κρίση θα εμποδίσει τη βελτίωση της πραγματικής τους θέσης. Και επιπλέον, η κατάρρευση των δημοσίων οικονομικών θα παρακινεί το κράτος να απομυζά συνεχώς περισσότερο το εισόδημά τους. Το άμεσο – θλιβερό – αποτέλεσμα αυτού του συνδυασμού είναι: περισσότερη ανεργία, μεγαλύτερη φοροδιαφυγή.


Υπάρχει κάποιος λόγος για τον οποίο θα έπρεπε ένας Έλληνας πολίτης να ψηφίσει στις επικείμενες Ευρωεκλογές; Αν κρίνουμε από όσα (δεν) κάνουν τα ελληνικά κόμματα: κανένας. Ίσως για να βγει η «δημοσκόπηση» εθνικού μεγέθους, που θα μελετηθεί σοβαρά (όσο και μυστικά) από τα κόμματα, θα σχολιασθεί (ελαφρά τη καρδία) από τα μήντια και θα ξεχαστεί (με την πρώτη ευκαιρία) από την κοινή γνώμη. Η Ευρώπη όμως αξίζει μια (πολύ) καλύτερη τύχη στο μυαλό (κατά πρώτο λόγο), την ψυχή (γιατί όχι;) και βεβαίως τον χρόνο (μέχρι την κάλπη). Δυστυχώς, τα συμβατικά κόμματα της ελληνικής πολιτικής σκηνής κάνουν ότι μπορούνε για να ενισχύσουν την αποχή.

Δείτε το Συνασπισμό, που απεμπολεί οριστικά την ευρωπαϊκή του κληρονομιά χάριν (εσω)κομματικής λογικής, προτείνοντας εχθρούς της ευρωπαϊκής ιδέας αντί να σεβαστεί την παράδοση των επιτυχημένων ευρωβουλευτών του (όπως ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης αλλά και ο ίδιος ο Αλέκος Αλαβάνος) πετιέται στα σκουπίδια της κομματικής συγκυρίας με όλους μαζί να χαίρονται για το χουνέρι που έκαναν στον μόνο δραστήριο ευρωβουλευτή τους, τον Δημήτρη Παπαδημούλη. Δεν τα κάνουν μόνον οι δικοί μας: ο Γιώργος Παπανδρέου είχε αφήσει κακές εντυπώσεις στις πρώτες επιλογές του από τη θέση του αρχηγού το 2005. Ελπίζω να μην κάνει τα ίδια λάθη, για τα οποία θα μπορούσε να του μιλήσει η Segolène Royale μετά την εκδίωξη του Gilles Savary από το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, όπως είχε κάνει και το 2004 με τον εξέχοντα Olivier Duhamel. Αμφιβάλλω μάλιστα ότι ο Κ. Καραμανλής θα κατορθώσει να φτιάξει μια καλή ομάδα ευρωβουλευτών, όπως κατά κανόνα διέθετε η ΝΔ στην περίοδο 1984-2004.

Η Ελλάδα ήταν το πρώτο κράτος του Νότου, στη δεύτερη (μετά το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιρλανδία και τη Δανία) ευρωπαϊκή διεύρυνση και επομένως ο έλληνας πολίτης συμμετείχε από την πρώτη στιγμή στη λειτουργία ενός δημοκρατικού ευρωπαϊκού κοινοβουλίου. Πράγματι, τον φετινό Ιούνιο θα κλείσουν σαράντα χρόνια από την πρώτη εκλογή – το 1979 – με απευθείας ψηφοφορία σε όλα τα κράτη μέλη, όπως είχε συμφωνηθεί το 1974 στη συνάντηση κορυφής του Παρισιού μετά από πρωτοβουλία του Valéry Giscard d’Estaing και του γερμανού καγκελαρίου Helmut Schmidt και επιβεβαιώθηκε στο Συμβούλιο Κορυφής του 1976. Η επέκταση των αρμοδιοτήτων με τα Σύμφωνα Άμστερνταμ (1977) και Νίκαιας (2000) δίνει σήμερα ίδιες αποφασιστικές δυνατότητες με το Συμβούλιο Κορυφής (στο οποίο συμμετέχουν οι αρχηγοί κρατών) σε 35 τομείς ενδιαφέροντος, οι περισσότεροι από τους οποίους αφορούν την πιο κρίσιμη καθημερινότητα των πολιτών (υγεία, περιβάλλον, επαγγελματική εκπαίδευση, απάτη, κ.λπ.) και, επομένως, καθιστά ακόμη σπουδαιότερη τη συμμετοχή των 375 εκατομμυρίων πολιτών, που καλούνται να επιλέξουν 736 βουλευτές, ανάμεσά τους και οι 22 έλληνες, δύο λιγότεροι από τις προηγούμενες εκλογές.

Μη ξεχνούμε ότι οι άνθρωποι που στέλνουμε στο Ευρωκοινοβούλιο είναι η βιτρίνα, το πρόσωπο, οι καθημερινοί πρεσβευτές μας. Πρέπει να είναι ικανοί, αλλά και πεισμένοι ευρωπαϊστές. Πρέπει να αντιλαμβάνονται πόσο μεγάλα είναι τα συμφέροντα της Ελλάδας στην πορεία της Ευρώπης των 27. Ακόμη και ο Ανδρέας Παπανδρέου, όταν έγινε πρωθυπουργός εγκατέλειψε (έστω σταδιακά) την άφρονα αντιευρωπαϊκή πολιτική του. Παρά τα σπουδαία λάθη που έγιναν τότε, κυρίως με το ξεπούλημα του πολύτιμου πολιτικού κεφαλαίου συμπαθείας λόγω της κατά Τσουκαλά Ελληνικής Τραγωδίας (δηλαδή της κατάρρευσης της δημοκρατίας και του εξευτελισμού της δικτατορίας) και της ελληνικής ρίζας που έχει η κοινή μας δυτική κουλτούρα, η Ελλάδα συνέχισε να είναι ευνοούμενο κράτος της Ευρώπης. Παρά τις αντιευρωπαϊκές υστερίες που φθάνουν, δυστυχώς κάποτε, μέχρι και στο προσκήνιο της πολιτικής σκηνής, παρά τη συστηματική καμπάνια ορισμένων σκοταδιστικών κύκλων εθνικιστών, εκκλησιαστικών, σταλινικών αλλά και διαπλεκομένων επιχειρηματιών, οι έλληνες επιμένουν να κρίνουν ότι πράγματι ανήκουμε στη Δύση.


Υπάρχουν δύο ερωτήματα για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Το πρώτο είναι μάλλον απλό: «είδαμε το χειρότερο από την κρίση»; Το δεύτερο είναι δυσκολότερο και η απάντηση ενδέχεται να είναι πιο απαισιόδοξη: «τι θα συμβεί όταν θα βγούμε από την κρίση»; Να διευκρινίσω πως οι απαντήσεις δεν αλληλεξαρτώνται. Όπου κι αν βρίσκεται η παρούσα κρίση, χρειαζόμαστε η χώρα θα χρειαστεί ένα νέο πρότυπο ανάπτυξης για να συνεχίσει να μειώνει την απόστασή της προς τον υψηλότερο ευρωπαϊκό μέσο όρο. Δυστυχώς, η απάντηση σε αυτό το θέμα, όπως σημείωσε και η τελευταία έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τις εξελίξεις της κρίσης στην Ευρώπη (Regional Economic Outlook, Addressing the Crisis, Europe, May 2009) δεν είναι ενθαρρυντική. Ας δούμε σήμερα την απάντηση στην πρώτη ερώτηση αφήνοντας για την προσεχή εβδομάδα το δεύτερο ερώτημα.

Δεν έχουμε δει ακόμη το βάθος της κρίσης, αλλά γνωρίζουμε τη μορφή της. Η δραστηριότητα πέφτει για δύο λόγους. Ο πρώτος, όπως παντού αφορά μια ξαφνική συγκράτηση της τελικής, ενδιάμεσης και εξωτερικής ζήτησης. Ο δεύτερος εξηγεί τον προηγούμενο και αφορά τη συστολή των διαθεσίμων πιστώσεων. Πώς θα γίνει η αναστροφή; Οι τράπεζες ή οι καταναλωτές θα αλλάξουν πρώτοι διάθεση; Η Τράπεζα Ελλάδος περιμένει από τις τράπεζες να συντηρήσουν τα υπάρχοντα (που ανέρχονται σε € 250 δις) και να αυξήσουν κατά 10% τις πιστώσεις τους, χρησιμοποιώντας τον υποστηρικτικό δανεισμό που υποσχέθηκε το κράτος (τα περίφημα 28 δις ευρώ) αλλά και εκείνον που τους επιτρέπει να διατηρήσουν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (υπολογίζεται στα 40 δις ευρώ) για να συντηρήσουν τα δάνεια που ήδη βρίσκονται στα βιβλία τους συν μια νέα παροχέτευση δανεικού χρήματος προς την οικονομία με ρυθμό 10% έναντι του υπολοίπου των πιστώσεων του 2008.

Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται, κατ’ αρχήν, ακατόρθωτο. Όμως, για την ώρα τουλάχιστον, οι περισσότερες τράπεζες φαίνεται να ασχολούνται περισσότερο με την αποκλιμάκωση των κινδύνων (deleveraging), που ανακαλύπτουν στα βιβλία τους, παρά με την εξέταση και ανάληψη νέων κινδύνων. Η κίνηση αυτή είναι απολύτως λογική όταν η τράπεζα δίνει προτεραιότητα στην επιστροφή σε στέρεη, έστω και περιορισμένη, κερδοφορία. Είναι αλήθεια ότι, ειδικά για όσες είχαν ανοιχτεί σε πιστωτικό υπερπολλαπλασιασμό της καταθετικής τους βάσης, η κατακρήμνιση της μετοχικής τους αξίας μπορεί να αναστραφεί μόνον με πειστικά καθαρούς λογαριασμούς. Επομένως, η διοχέτευση των νέων πιστώσεων αποτελεί πεδίο δόξης για δυο-τρεις μεγάλες και σίγουρης κεφαλαιοποίησης τράπεζες, εφόσον και αυτές βρουν αρκετούς και αρκετά ασφαλείς πελάτες.

Αυτό το τελευταίο είναι το δυσκολότερο. Τα καλά νοικοκυριά έχουν μικρή ανάγκη νέων δανείων. Οι καλές επιχειρήσεις το ίδιο. Πρόθυμοι είναι μόνον οι επίφοβοι πελάτες. Αν θέλουμε την οικονομία να ξεπεράσει το δύσκολο σημείο της μέχρι το φθινόπωρο, πρέπει να υπάρξουν ευκαιρίες και διασφαλίσεις. Δυστυχώς, το πολιτικό κλίμα, η ολοένα και πιο ανίκανη κρατική διοίκηση και οι ανασφαλείς προοπτικές των επομένων ετών, καθιστούν συντηρητικούς τους ικανότερους. Τα πολλά τελευταία χρόνια με τα εύκολα κέρδη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού και του πρόθυμου καταναλωτή δεν πρόκειται να επαναληφθούν. Πρέπει, επειγόντως, να βρούμε την επόμενη «ατμομηχανή»!


Αν θέλουμε να κατανοήσουμε πόσο σημαντική είναι η μείωση του δείκτη τιμών καταναλωτή στο εξωφρενικό 1%, τουλάχιστον για όσους μεγάλωσαν την εποχή του πληθωρισμού, ας σημειώσουμε ότι ο τιμάριθμος κινείται σταθερά κάτω από 5% μόνον μετά τον Οκτώβριο 1998. Έγινε (και έμεινε) μονοψήφιος μετά το Μάρτιο 1995. Διψήφιο ρυθμό αύξησης των τιμών είχαμε από το Μάιο 1973, δηλαδή 262 συνεχόμενους μήνες, κοντά 22 χρόνια. Μια ολόκληρη γενιά, η γενιά της δικτατορίας έμαθε σε συνθήκες ταχύτατης ανοδικής προσαρμογής των τιμών. Η ίδια αυτή γενιά ευθύνεται για την τεράστια αύξηση του κράτους, των ελλειμμάτων και των χρεών του.

Θα χρειαζόμασταν μια ολόκληρη γενιά αντιπληθωρισμού για να επανέλθουν τα οικονομικά πράγματα υπό έλεγχο. Να περιορίσουμε τα κρατικά ελλείμματα, να μειώσουμε το δημόσιο χρέος και να δημιουργήσουμε μια υγιή βάση λειτουργίας του κράτους, χωρίς υπερβολικά έσοδα και με αποδοτικές δαπάνες. Προφανώς, όσο ενωρίτερα ξεκινήσει αυτή η προσπάθεια αναθεώρησης των πρακτικών της δικτατορίας και της μεταπολίτευσης, όσο ταχύτερα θάψουμε τον κακό μας εαυτό, ειδικά εκείνον που διέπρεψε στη δεκαετία του ’80, τόσο ταχύτερα θα βάλουμε την χώρα σε δρόμο ανάπτυξης δηλαδή βελτίωσης του επιπέδου ζωής.

Στην πράξη, τα πράγματα είναι ευκολότερα όταν τα συζητούμε χωρίς κανείς να κάνει τίποτε το συγκεκριμένο και συστηματικό. Να σας δώσω ένα παράδειγμα:  αν μοιράσουμε το τεράστιο δημόσιο χρέος μόνον σε όσους φορολογούμενους πληρώνουν φόρους, ο καθένας απ’ αυτούς θα χρώσταγε 100.000 ευρώ. Τα παιδιά των περισσοτέρων υποκειμένων τελικά σε φόρο εισοδήματος πηγαίνουν, κατά κανόνα, στο πανεπιστήμιο. Αν λοιπόν, για να συνεχίσω το συλλογισμό μου, αποφασίζαμε ότι πρέπει τα πανεπιστήμια να έχουν δίδακτρα, έστω 20.000 ευρώ το χρόνο, που δεν είναι λίγα για ένα καλό πανεπιστήμιο, το δημόσιο χρέος θα εξαφανιζόταν σε μια φουρνιά φοιτητών.

Αν δεν έχετε ακόμη αγανακτήσει σημαίνει ότι έχετε κάνει τον ίδιο ή παρόμοιο υπολογισμό. Μπορείτε άλλωστε να το απολαύσετε: να υπολογίσετε τι θα συνέβαινε αν οι χρήστες λεωφορείων και άλλων μέσων μαζικής μεταφοράς πλήρωναν το πραγματικό κόστος. Αν τα ταμεία και οι ασφαλισμένοι σε αυτά έδιναν το πραγματικό αντίτιμο για τις υπηρεσίες υγείας,  τουλάχιστον όσο πληρώνουν για ιδιωτικές υπηρεσίες ή όσα βάζουν στο «φακελάκι». Αν υποχρέωναν τους Δήμους μας, ως οφείλει η κεντρική κυβέρνηση αλλά δεν τολμά, να πληρώσουν το πραγματικό κόστος ρύπανσης του περιβάλλοντος στο οποίο ζούμε. Αν πληρώναμε κάποτε τα πρόστιμα για μικροπαραβάσεις, (κατάληψη δημόσιου χώρου, παράνομο παρκάρισμα). Αν αρνούμασταν να υποστηρίξουμε, συγκαλύψουμε και δικαιολογήσουμε όσους μας κλέβουν μπροστά στα μάτια μας, με το αισχρό (όσο και «τριτοκοσμικό») πρόσχημα ότι κλέβουν την …εφορία

Η χρησιμότητα παρόμοιων υπολογισμών δεν είναι βεβαίως η θλιβερή όσο και μονότονη επανάληψη του γνωστού απαισιόδοξου συλλογισμού ότι «αυτά δεν πρόκειται ποτέ να συμβούν στην Ελλάδα». Αλλά μια προσέγγιση που αποδεικνύει με τον ευκολότερο τρόπο πόσο μια αποφασισμένη, πεφωτισμένη, σχετικά προγραμματισμένη και οπωσδήποτε επίμονη πολιτική ηγεσία μπορεί να κάνει πολλά καλά για τον τόπο. Σκεφτείτε μόνον πόσο δικαιότεροι και καλύτεροι πολίτες, δημότες και καταναλωτές θα γινόμασταν όλοι μεμιάς.

Δυστυχώς όμως, η κυβέρνηση Καραμανλή σχεδιάζει τα μέτρα διάσωσης του προϋπολογισμού που θα ανακοινώσει στις αρχές του καλοκαιριού, χωρίς κανένα μακρόπνοο σχέδιο, χωρίς μέριμνα για την ανακατανομή των δαπανών και, τελικώς, τα βαρών. Για μιαν ακόμη φορά θα αυξηθούν οι έμμεσοι φόροι, θα αυξηθούν τα δημόσια τέλη και θα επιβαρυνθούν τα ακίνητα. Στην απόφασή της αυτή, η κυβέρνηση ενθαρρύνεται από την χαμηλή πτήση του πληθωρισμού. Μπορεί, για παράδειγμα, να αυξήσει επιτέλους τη φορολογία καπνού, χωρίς να φοβάται ότι θα ακριβύνουν τα πάντα. Στην πραγματικότητα, η περίπτωση της τιμής των τσιγάρων είναι χαρακτηριστική περίπτωση πολιτικής απραξίας και καλυμμένης διαπλοκής των πολιτικών με τα συμφέροντα των διακινητών νικοτίνης. Αν τα προϊόντα καπνού έχουν σημαντική επίπτωση στο δείκτη τιμών καταναλωτή είναι γιατί στην χώρα μας καπνίζουν πολύ πάρα πολλοί. Όμως, η βαρύτερη φορολογία αποσκοπεί ακριβώς σε αυτό: να περιοριστούν οι καπνιστές. Μια ριζοσπαστική κυβέρνηση θα ζητούσε από τη Βουλή να εγκρίνει – για ένα διάστημα 6-10 χρόνων – τη μείωση του συντελεστή καπνού στον τιμάριθμο. Και ακόμη, θα εμφάνιζε το πραγματικό κόστος για την αντιμετώπιση των νοσημάτων που προκαλεί και επιβαρύνει το κάπνισμα. Αναλογιστείτε την σκανδαλώδη έγκριση της Βουλής στην καταβολή χωρίς έλεγχο σωρευμένων υποχρεώσεων των Νοσοκομείων που μάλλον ξεπερνούν  το 1 δις ευρώ!

Η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, την ώρα ακριβώς της ανέκδοτης παγκόσμιας κρίσης, μας φέρνει αντιμέτωπους με το χειρότερο σενάριο: να μαζεύει το κράτος λεφτά, όταν θα έπρεπε να μοιράζει. Αν όμως το κάνει ορθά και έξυπνα, αναδιοργανώνοντας τις δαπάνες, μοιράζοντας το πραγματικό κόστος σε όσους μπορούν να το σηκώσουν, τότε η περίοδος αυτή μπορεί να αποβεί σωτήρια. Σε μια μικρή επιχείρηση σκούπα, που επιτέλους έκανε η αστυνομία, εντόπισε μια παρανομία σε κάθε 10 ελεγχόμενους. Είμαι σίγουρος ότι η φορο-αστυνομία θα είχε την ίδια επιτυχία!