Είναι η περίοδος αυτή η καταλληλότερη για την εισαγωγή και στην χώρα μας ενός πλαισίου «πτώχευσης» και για τους ιδιώτες; Μπορεί όχι! Είναι όμως απαραίτητο να συμφωνηθεί συμφωνημένο πλαίσιο ρύθμισης και, κάποτε, διαγραφής χρεών. Με την έλλειψη εμπειρίας κανόνων συναλλαγής μεταξύ του πληθυσμού, μιας μεγάλης μερίδας επιχειρηματιών, όσο και των ιδιωτών, κακώς είχε αφήσει η πολιτεία το τοπίο άδειο και, συχνά, ασύδοτο. Εξάλλου, οι τράπεζες έκαναν εύκολα (όσο και μεγάλα) κέρδη, δανείζοντας με εξαλλοσύνη όποιον ζητούσε δανεικά και, κάποτε, ακόμη και εκείνον που δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένος. Αν σε όλα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, τα στελέχη των τραπεζών έπαιζαν τα μπόνους τους σε περίπλοκα προϊόντα και άλλες ανασφαλείς τοποθετήσεις κεφαλαίων, στην Ελλάδα τα εξασφάλισαν με τον ξέφρενο δανεισμό.

Η υπουργός Ανάπτυξης Λούκα Κατσέλη, συνεπής στον κυβερνητικό προγραμματισμό, προτείνει πλαίσιο προστασίας δανειοληπτών που περιέρχονται σε δύσκολη θέση. Οι τράπεζες ήσαν προειδοποιημένες. Το σχέδιο είχε κατατεθεί στη Βουλή, οι απόψεις τους είχαν ζητηθεί, οι διαφωνίες είχαν καταγραφεί και ο δημόσιος διάλογος δεν χρειάζεται να μακρύνει. Βεβαίως, στην χώρα μας έχουμε μικρή εμπειρία συζήτησης, η οποία, προφανώς δεν απαιτεί έναν γενικόλογο «σεβασμό της διαφορετικής άποψης», αφού πρόκειται για πρακτικά πράγματα. Απαιτούνται αμοιβαίες υποχωρήσεις και, κυρίως, προσαρμογές των επαγγελματικών του κλάδου. Η ιδεολογία λίγα μόνον μπορεί να συνεισφέρει.

Κατά πρώτο λόγο, απαιτείται αλλαγή νοοτροπίας. Και σε όσους δανείζονται. Και στους τραπεζικούς υπαλλήλους, που κρίνουν ποιόν, πότε και πόσο πρέπει να δανείσουν. Και στον εμπορικό και βιομηχανικό κόσμο, που αξιοποίησε το εύκολο χρήμα για να κρατήσει υψηλά τα περιθώρια κέρδους του. Και, τελικά, στους πολιτικούς: εφόσον συμφωνηθεί ένα σαφές νομικό πλαίσιο, θα πρέπει να μείνουν μακριά από την πολιτική εκμετάλλευση των προβλημάτων που φέρνει η οικονομική κρίση και η υπερβολή στον δανεισμό ατόμων που δεν θα έπρεπε ποτέ να έχουν περάσει το κατώφλι μιας ελάχιστης τραπεζικής διευκόλυνσης.

Το σχέδιο είναι καλό. Θα χρειαστεί όμως να προσαρμοστεί στην ελληνική πραγματικότητα. Η αντιγραφή της γερμανικής νομοθεσίας την οποία επιχείρησαν με ακρίβεια στελέχη καταναλωτικών οργανώσεων φιλικά προς το κυβερνών κόμμα, όπως ο κ. Δημήτρης Σπυράκος, νομικός σύμβουλος της ΕΚΠΟΙΖΩ, δεν μπορεί να μεταφέρει στην χώρα μας και τη συμπεριφορά του γερμανού στις υποχρεώσεις που έχει απέναντι στην εφορία, το κράτος και τα δάνειά του. Στη γερμανική γλώσσα και παιδεία, η λέξη schuld χρησιμεύει, ταυτοχρόνως για να περιγραφούν τα ακόλουθα: ευθύνη, ενοχή, υποχρέωση, βάρος, χρέος και οφειλή. Πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι ο έλληνας καπάτσος φοροφυγάς δεν θα επιχειρήσει να είναι εκ των πρώτων που θα χρησιμοποιήσει ένα πλαίσιο ευνοϊκό στους μπαταχτσήδες; Η ίδια η κυρία Κατσέλη θα ανακαλέσει εύκολα στη μνήμη της τους δεκάδες καπιταλιστές που έσπευσαν να φορτώσουν στο κοινωνικό σύνολο τα δάνεια που έφαγαν πριν καταστήσουν τις επιχειρήσεις τους προβληματικές. Άλλο η προστασία των αδυνάτων και άλλο η διευκόλυνση των δολίων!


 

Πολλοί εντυπωσιάστηκαν από τον τρόπο με τον οποίο κατάγγειλε ο πρωθυπουργός – κατά τη δευτερολογία του επί των προγραμματικών δηλώσεών του – τις «υπέρογκες αμοιβές» στελεχών μεγάλων επιχειρήσεων που, κατά κανόνα κακώς, παραμένουν υπό την στενότερη ή ευρύτερη εποπτεία του κράτους. «Τι θα πούμε στο νέο επιστήμονα που δουλεύει ανασφάλιστος με stage για 500 ευρώ ή στον ιδιωτικό υπάλληλο των 700 ευρώ και των απλήρωτων υπερωριών;» αναρωτήθηκε με ελαφρύ λαϊκισμό.

Παρόμοια προσωπική επίθεση είναι πρωτοφανής, ειδικά όταν την επωμίζεται ο πρωθυπουργός. Είναι και άχρηστη. Δεν συνοδεύεται από την απομάκρυνση όσων δημοσίως διασύρονται. Σαφώς ευτελίζει τη δική του ρητή διακήρυξη σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση Παπανδρέου θα επιλέγει τους ικανούς και όχι τους αρεστούς. Απόδειξη ότι ο πρωθυπουργός δεν είπε κάτι να πει για την ποιότητα της δουλειάς των συγκεκριμένων, ούτε πρόκειται για εκλεκτούς των κομματικών μηχανισμών.

Εκείνος που είχε την τραγική έμπνευση να οδηγήσει τον Γ. Παπανδρέου στην ατραπό μιας εκδικητικής προς τα στελέχη των επιχειρήσεων, όφειλε να τον έχει ενημερώσει σωστά. Δεν μπορεί ο πρωθυπουργός της χώρας να κλείνει τις δηλώσεις του επί της ταυτότητας που θέλει να προσδώσει στην κυβέρνησή του, στηριγμένος σε λανθασμένα στοιχεία. Χωρίς να χρειάζεται να κάνω τη δύσκολη δουλειά των πρωθυπουργικών συμβούλων, έμαθα γρήγορα όσα με έπεισαν για μιαν ακόμη φορά γιατί ο τόπος μας δεν μπορεί να προκόψει.

Αναφέρω μερικά μόνον από τα στοιχεία αυτά, αποφεύγοντας τη συμμετοχή μου στο διασυρμό της προσωπικότητας των συγκεκριμένων στελεχών. Στην πρώτη λοιπόν από τις περιπτώσεις που ανάφερε ο πρωθυπουργός, η αμοιβή του προέδρου και διευθύνοντος εξαρτάται από τη επίτευξη συγκεκριμένων στόχων που πρέπει να πιάσει η εταιρεία. Εκτιμήσεις της αγοράς λένε ότι παρόλο τον τετραπλασιασμό των κερδών σε σύγκριση με την εξαιρετική χρονιά του 2004. Στην πραγματικότητα, θα είναι μικρότερες από το 1/5 του ποσού που ανάφερε ο πρωθυπουργός.

Στη δεύτερη περίπτωση, οι καθαρές αμοιβές του συγκεκριμένου στελέχους είναι μικρότερες από το μισό του ποσού που αναφέρθηκε στη Βουλή. Η σύμβαση, οκταετούς διάρκειας, προβλέπει σταθερή αμοιβή, χωρίς καμία αναπροσαρμογή και είναι ελάχιστα μεγαλύτερη από εκείνη που λάμβανε ο προκάτοχος. Στο μεταξύ ο συγκεκριμένος οργανισμός δημοσιεύει, επιτέλους, ελεγμένο και τακτοποιημένο ισολογισμό.

Στην τρίτη περίπτωση, ο καταγγελλόμενος δώρισε το μισό από το ποσό του μπόνους, μετά την φορολογία εισοδήματος, σε μη κυβερνητικές οργανώσεις προστασίας των παιδιών και κράτησε ό,τι αναλογεί στη συμμετοχή των ξένων μετόχων στο κεφάλαιο της εταιρείας. Εφέτος δεν θα λάβει μπόνους, αφού όρος παροχής του ήταν να σημειώσει η εταιρεία αύξηση στα κέρδη της, κάτι που δεν θα συμβεί μετά το άλμα που έκανε το 2008.

Από πότε είναι κακό να πληρώνεται σωστά και κατ’ αναλογία όσων ισχύουν στην οικονομία τα στελέχη των επιχειρήσεων; Η πρωθυπουργική επίθεση μπορεί να χρησιμεύσει μόνον σε όσους διαπλεκόμενους και απατεώνες θέλουν στις θέσεις αυτές τον δικό τους άνθρωπο, η αμοιβή του οποίου προφανώς συναρτάται από άλλες «επιδόσεις»!

 


 

Κάποιοι, στη νέα κυβέρνηση, θέλουν να επαναλάβουν τον Ανδρέα του 1982. Κάποιος πρέπει να τους θυμίσει τον Ανδρέα του 1993. Θα ήταν καλύτερα αν η νέα διακυβέρνηση δεν έμοιαζε σε τίποτε και με τίποτε από όλα όσα γνωρίσαμε τα πολλά τελευταία χρόνια. Ας μη ξεχνούν τους κινδύνους που συνοδεύουν την επανάληψη της ιστορίας. Μια νέα αρχή, έστω και δύσκολη, δίνει την ελπίδα ότι ακόμη κι αυτός ο τόπος μπορεί… καλύτερα! Γι αυτό, από όλη αυτή την τυπική ελληνική ιλαροτραγωδία με τα πραγματικά νούμερα του κρατικού ελλείμματος, ας κρατήσουμε το καλό νέο: την απόφαση του υπουργού Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου να δώσει στην Στατιστική Υπηρεσία την πραγματική ανεξαρτησία της.

Όμως, θα ήταν όλα καλύτερα αν η νέα κυβέρνηση δεν ξεχνούσε δύο κρίσιμες όσο και στοιχειώδεις αλήθειες . Ο Γιώργος Παπανδρέου πήρε την πρωτοβουλία να ρίξει τον Καραμανλή, πριν εκπνεύσει η λαϊκή εντολή. Γνώριζε ότι τα πάντα θα ήσαν δύσκολα, σε αταξία και διαλυμένα από τον πανικό που φέρνει πάντα σε μια παράταξη το μοιραίο! Άρα, ο νέος πρωθυπουργός γνώριζε και προκάλεσε την «τύχη» του. Ο λαός προσέφερε με περισσή απλοχεριά όσα ζήτησε ο Παπανδρέου και τώρα περιμένει.

Το δεύτερο. Ο κ. Παπανδρέου είχε πει πριν τις εκλογές του 2007: «Καθήκον του ΠΑΣΟΚ είναι να απαλλάξει τη χώρα από τη χειρότερη κυβέρνηση που είχε μετά τη μεταπολίτευση» (Ομιλία του στις 22/04/07). Έχασε τις εκλογές που ακολούθησαν, όχι όμως την πεποίθησή του: «Δυστυχώς την Ελλάδα σήμερα κυβερνά η χειρότερη κυβέρνηση που είδαμε ποτέ. Η χώρα περνά μια μεγάλη κρίση» (Συνέντευξη, Εθνικός Κήρυξ, 2/11/2008). Θα έπρεπε λοιπόν να είναι πανέτοιμοι για τα χειρότερα. Εξάλλου, οι σημερινοί είχαν πάντοτε τους δικούς τους σε υψηλές και άλλες θέσεις κλειδιά του κράτους. Προφανώς τους είχαν ενημερώσει.

Το τρίτο που επίσης ξεχνά η νέα κυβέρνηση είναι ότι τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, η ανεπάρκεια των περισσοτέρων κρατικών δομών, η έλλειψη χεριών και ικανοτήτων ιδιαίτερα εκεί που κατά προτεραιότητα απαιτούνται και μύρια άλλα προβλήματα ήσαν γνωστά σε όλους. Όφειλαν οι «σκιώδεις» υπουργοί και άλλοι τεχνοκράτες της Ιπποκράτους να έχουν πλήρως επεξεργαστεί τις δικές τους προτάσεις, τις ανατροπές που θα έσπευδαν να κάνουν αν ο λαός τους έδινε την εντολή που με τέτοια επιμονή απαίτησαν. Ήξεραν καλά πως όταν αναλαμβάνεις την ώρα που όλα καταρρέουν, όλοι περιμένουν από εσένα να σηκώσεις  τα μανίκια και να βάλεις τα χέρια στην κόπρο, όχι να γυρνάς στα παράθυρα αναλύοντας ότι βρισκόμαστε σε κατάσταση «έκτακτης ανάγκης».

Η κυβέρνηση πάσχει από πολιτική ατολμία. Που έχει δύο όψεις. Πίστευε ότι αρκεί να πάρει το κράτος και να «κάτσει» στην εξουσία για να πάνε καλύτερα τα πράγματα. Κάποιοι το είχαν προβλέψει. «Η επερχόμενη νίκη θα έχει πολιτική αξία μόνο αν συνοδεύεται και από την πολιτική συγκατάθεση του λαού για αλλαγές», προειδοποιούσε ο Αλέκος Παπαδόπουλος, ζητώντας  από το κόμμα του «να περιγράψει προεκλογικά με ακρίβεια την κατάσταση της χώρας» (Συνέντευξη, Το Βήμα, 5/7/09). Μπορεί ο κ. Παπαδόπουλος να αποκλείστηκε από τα ψηφοδέλτια του ΠΑΣΟΚ, δεν υπήρχε λόγος να μην προσέξουν τις αποκαλύψεις του για το μέγεθος των ελλειμμάτων που επεδίωκαν να κρύψουν στα ντουλάπια του Γενικού Λογιστηρίου  οι νεοδημοκράτες διαχειριστές. Οι ίδιοι άνθρωποι που τώρα ετοιμάζουν έναν ακόμη προϋπολογισμό που θα πέσει έξω πριν φτάσουμε στα μισά του επόμενου έτους. Γιατί το νέο σχήμα έχει ήδη εγγράψει σοβαρό έλλειμμα προετοιμασίας.

 


 

Το σχετικό ανέκδοτο, παλιό αλλά καλό, θυμίζει πόσο κοντά στον γκρεμνό μπορεί να φτάσει μια χώρα, όταν συστηματικά αγνοεί την καλή οργάνωση των μηχανισμών που λειτουργούν το κράτος, τις επιχειρήσεις και κάθε άλλη συλλογική προσπάθεια. «Τι θα συνέβαινε αν η έρημος γινόταν κομμουνιστική»; «Στην αρχή, τίποτα. Αργότερα πάντως θα υπήρχε έλλειψη σε άμμο». Βεβαίως, στην περίπτωσή μας δεν υπάρχει παρόμοιος κίνδυνος. Οι κομμουνιστές μόνον στην φαντασία τους σαλτάρουν στα υπουργεία και προτιμούν την… «ανυπακοή», γεγονός που συντηρεί τη συμπάθεια μερίδας του πληθυσμού, μικρότερης πάντως από εκείνη που συνήθως δείχνουμε στα «κακά παιδιά».

Όμως, το άλλο, με την «έρημο», είναι πραγματικό πρόβλημα. Κυρίως γιατί ακόμη και σε κατ’ αρχήν συμπαθέστατους πολιτικούς συμβαίνει, όταν τους πιάνει το «Μανιάτικο», να οδηγούνται σε ακραίες όσο και ανούσιες συμπεριφορές. Με αποτέλεσμα, στην προσπάθειά τους να υπηρετήσουν κομματικο-συνδικαλιστικές εμμονές και προκαταλήψεις, να καθίστανται βλαπτικοί προς το κράτος και την παράταξή τους. Ο Γιώργος Παπανδρέου έχει μελετήσει πολύ καλύτερα από όσο κάποιοι του αποδίδουν, σκεπτόμενοι πως είναι απλώς θέμα… στυλ, πόσο σημαντικοί είναι οι άνθρωποι όταν χρειάζεσαι την καλύτερη, κατά το δυνατόν, λειτουργία των μηχανισμών.

Ο πρωθυπουργός, σε αντίθεση με πολλούς υπουργούς της παρούσας κυβέρνησης, διαθέτει πλούσια εμπειρία ατυχιών και προβλημάτων που αντιμετωπίζει, ειδικά μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος, μια κυβέρνηση. Όσοι κάνουν πως  «ανέχονται» τις διαδικασίες του www.opengov.gr καλύτερα να προσέξουν ότι, ακόμη σήμερα, αποτελεί το μοναδικό περιεχόμενο της διεύθυνσης www.primeminister.gr. Στην αντίληψη Παπανδρέου, η απόσταση αντιλήψεων που χωρίζει την «Ανοικτή Διακυβέρνηση» με τις Ώρες Υποδοχής του Κοινού στο Πολιτικό Γραφείο υπουργών και άλλων πολιτευτών μετριέται σε αστρικό χρόνο.

Μάρτυράς μου η αποστροφή Παπανδρέου προς την Κοινοβουλευτική Ομάδα: «Βασικός εχθρός μας είναι η εμπεδωμένη πελατειακή νοοτροπία, όπου το βόλεμα του ενός σημαίνει το ξεβόλεμα του διπλανού». Η οποία φωτίζει άριστα την καθιερωμένη συνδικαλιστική συμπεριφορά, ειδικά στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Η πρώτη ταιριάζει σε όσους πιστεύουν ότι μπορούν να εμπιστευθούν τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας και γενικότερα του κρατικού μηχανισμού σε κομματικά «ποντίκια» και άλλα «κολητάρια».

Σοφά απέφυγε η κυβέρνηση, μέχρι στιγμής, να δώσει εντολή στον κομματικό μηχανισμό για την κατάληψη με τη μέθοδο «ρεσάλτο» των ανώτατων θέσεων του κρατικού μηχανισμού και των ΔΕΚΟ. Ορθό το παράδειγμα του ο Γιώργου Παπακωνσταντίνου, ο οποίος, για το πλήθος των μετακλητών και συμβούλων, που χρειάζεται η λειτουργία του υπουργικού γραφείου, έβαλε αγγελία στο δικτυακό τόπο του υπουργείου (www.mnec.gr).

Υπουργοί και υφυπουργοί χρειάζονται χρόνο για μια καλύτερη προετοιμασία. Σε πολλές περιπτώσεις η προετοιμασία μοιάζει να έχει στηριχτεί σε αποκόμματα τύπου ή σε άλλες αποσπασματικές μεθόδους. Είναι αλήθεια ότι σπανίως οι διαχειριστές, που είχε ορίσει η προηγούμενη διοίκηση, είχαν καταγράψει τα προβλήματα, προετοιμάσει τις λύσεις και, κάποτε, επεξεργαστεί μια στρατηγική για τον φορέα που τους είχε ανατεθεί.

Σε άλλες όμως η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική. Στη ΔΕΗ για παράδειγμα, είναι μεγάλη η απόσταση που χωρίζει την κρίση κομματικών παραγόντων της νέας πλειοψηφίας, για τη διοίκηση της εταιρείας κατά τα τρία τελευταία έτη, από εκείνη που διατυπώνουν όσοι παρακολουθούν προσεκτικά τις πράξεις και την πορεία της μεγαλύτερης βιομηχανίας του τόπου.

Για παράδειγμα, όταν έγινε γνωστό ότι ο πρόεδρος και διευθύνων της εταιρείας Τάκης Αθανασόπουλος, έθεσε αμέσως (ως όφειλε από το καταστατικό της εταιρείας), στη διάθεση της αρμόδιας υπουργού τη διαδικασία ενδεχόμενης αντικατάστασής του, ο αναλυτής του επενδυτικού οίκου JP Morgan σημείωνε (12/10/2009): «Αν η παραίτηση γίνει αποδεκτή, δεν θα αποτελέσει έκπληξη η αρνητική επίπτωση στην τιμή της μετοχής. Είναι απολύτως σαφές ότι ο Αθανασόπουλος υπήρξε ο πλέον επαρκής διοικητής που είχε ποτέ η ΔΕΗ, έχοντας επιτύχει πραγματική πρόοδο στην εφαρμογή ενός μακροχρόνιου σχεδίου αναδιοργάνωσης στηριγμένου στον περιορισμό δαπανών που θα βλάψουν τα μελλοντικά αποτελέσματα και γενικότερα το κόστος».

Ο Γιώργος Παπανδρέου θυμάται καλά το θυμό του πατέρα του, όταν οι συνδικαλιστές της ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ κατέβαζαν τον «διακόπτη» εκβιάζοντας, οι άλλοι του πτητικού δημόσιου τομέα έκλειναν τον διάδρομο προσγείωσης στο διεθνές αεροδρόμιο, ενώ ο και συνδικαλιστής που έγινε διοικητής του ΟΤΕ κι έστηνε αυτί στους πολιτικούς όλων των παρατάξεων, για να περιοριστούμε στα πιο «διάσημα» παραδείγματα. Γι αυτό το λόγο ο πρωθυπουργός υπήρξε σαφής: «Για τις εισηγμένες στο χρηματιστήριο εταιρείες, θα εφαρμοστούν οι κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης. Για τις υπόλοιπες θέσεις, ισχύουν όσα έχω ήδη ανακοινώσει: θα επιλέξουμε τους καλύτερους μέσα από μια ανοικτή διαδικασία υποβολής προτάσεων» (Εθνος Κυρ. 4/10/2009). Η ανοικτή κυβέρνηση χρειάζεται ανοικτές, στο φως, διαδικασίες. Γι αυτό ο Πρωθυπουργός δεν μπορεί να ξεχάσει τα «ποντίκια» που έχουν τρυπώσει στο καράβι που ο ίδιος κλήθηκε να κυβερνήσει.

 


 

Καθήκον του καλού μηχανοδηγού είναι να αποφύγει τον εκτροχιασμό. Όχι να τον διευκολύνει. Η λαϊκή εντολή, σε ό,τι αφορά τον υπουργό Οικονομικών Γιώργο Παπακωνσταντίνου, δεν προβλέπει τον διακανονισμό εδώ-και-τώρα όλων όσων οφείλει το δημόσιο. Κακώς, κάκιστα, το κράτος καθυστερεί να πληρώσει τους προμηθευτές του. Θα πληρώσει όμως χωρίς να ελέγξει το λογαριασμό; Και όλα μαζί όταν δεν έχει; Προφανώς όχι!

Η εντολή της κάλπης προς την επόμενη μετά την «χειρότερη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης» δεν είναι να τα κάνει χειρότερα από όσο τα βρήκε. Επομένως, η άμεσης καταστολή δαπανών, με συγκεκριμένο στόχο, αποτελεί πρώτο καθήκον της. Άλλωστε, στην ελληνική οικονομία έχουν διατεθεί σημαντικά ποσά υποστήριξης. Οι σχετικές δαπάνες, που δεν είχαν προϋπολογιστεί, ίσως έχουν ξεπεράσει το τα 4-5 δις ευρώ. Επιπλέον, μάλλον δεν έγινε τίποτε με την περικοπή δαπανών 500 εκατ., που είχε αναφέρει η προηγούμενη διοίκηση.

Η υποστήριξη με κρατικά χρήματα της οικονομίας ξεκίνησε, όπως γνωρίζουμε πλέον, ήδη το 2008. Με αποτέλεσμα, πάντοτε σε συνδυασμό με τη γνωστή κακοδιαχείριση, το κρατικό έλλειμμα να φτάσει στο 6% του ΑΕΠ ή, περίπου, 80 δις ευρώ. Υποθέτω ότι κάποιοι θα παρατηρήσετε πως το ποσό αυτό δεν αναφέρεται υποχρεωτικώς σε δράσεις σχεδιασμένες για τη στήριξη της οικονομίας. Προφανώς! Όμως, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, αφού, πρακτικώς, ό,τι δαπανά το κράτος γίνεται εισόδημα για όσους το εισπράττουν. Εκτός από τις οφειλές προς εταιρείες, οι οποίες είτε αποπληρώνουν υποχρεώσεις τους, είτε εξάγουν τα κέρδη τους, είτε μεγαλώνουν τους λογαριασμούς των μετόχων τους.

Η πρόβλεψη του Γιώργου Προβόπουλου, διοικητή της Τράπεζας Ελλάδος, σύμφωνα με την οποία το έλλειμμα μπορεί να φτάσει μέχρι και το 14% του ΑΕΠ, πρέπει να ανατραπεί. Η νεά κυβέρνηση έχει ακόμη το 1/3 του χρόνου για να ανατρέψει καταστάσεις. Εκτός αν σκέπτεται ότι θα τα βάλει όλα στο τρέχον έτος και, πολιτικά, θα τα «φορτώσει» στη ΝΔ. Αφού, ορθώς, κράτησαν – ευτυχώς ο κ. Παπακωνσταντίνου δεν είχε, απερίσκεπτα, πει το αντίθετο – τα ΕΤΑΚ 2008 και 2009, την έκτακτη εισφορά, τα πρόσθετα τέλη στα μεγάλα ΙΧ και τα σκάφη, ας διαγράψουν ισόποσες δαπάνες.

Η υποψία ότι το επιτελείο του Γιώργου Παπανδρέου βιάζεται να εξοφλήσει τις επιταγές που προεκλογικώς μοίρασε στο εκλογικό σώμα, είναι διάχυτη. Είναι άλλο πράγμα να οργανώσει το κράτος την υποστήριξη επενδύσεων, στις υποδομές, την παιδεία και την πράσινη ανάπτυξη και διαφορετικό να συντηρήσει όσα ελλείμματα παρέλαβε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Η οικονομία χρειάζεται διαρθρωτικές αλλαγές, καλύτερη λειτουργία του ανταγωνισμού και σταθερό φορολογικό περιβάλλον. Τα αποτελέσματα θα είναι και εντυπωσιακά και άμεσα, από παρόμοια μακρόπνοη πολιτική.

Η ώθηση στην οικονομία είναι μεταξύ 12% και 15% του ΑΕΠ. Από τις μεγαλύτερες στον δυτικό κόσμο. Το κρατικό χρήμα αντικατέστησε τις τραπεζικές πιστώσεις. Δεν χρειάζεται άλλη. Όσοι επενδύουν στην ανάπτυξη, θα απογοητευτούν αν ο κ. Παπακωνσταντίνου σπεύσει να υπηρετήσει την, τόσο ελληνική, «θεωρία» του κράτους-νταντά. Οι φορολογούμενοι περιμένουν από τον υπουργό να σκέφτεται πριν δαπανήσει έστω κι ένα ευρώ. Εκτός κι αν σκοπεύει να κάτσει στην καρέκλα αυτή, όσο κάθισε στην ευρωβουλή!

 

 

 


 

Άραγε, τι θα έλεγε η περίφημη «Γενιά των 700» (ευρώ, εννοείται), αν βεβαίως μιλούσε, για το θέμα της απεργίας στο λιμάνι; Γιατί βουβάθηκαν τα διάφορα blog(s) και άλλοι ιστότοποι ανδρών και γυναικών της πολιτικής και της «δημοσιογραφίας»; Προφανώς επειδή πέρασαν οι εκλογές, άλλοι έγιναν υπουργοί, άλλοι ασχολούνται με τις εσωτερικές ομαδοποιήσεις. Μένει η αριστερά, με τον «ελεύθερο χρόνο» που της προσφέρει η αμέριμνη αντιπολίτευση, να επισκέπτεται καταγγέλλει μονοπώλια, πολυεθνικές και, γενικώς, τα πάντα. Οι πολιτικοί «απασχολούνται» και τα προβλήματα παραμένουν. Βεβαίως, κάποιοι άλλοι «απολαμβάνουν» τη μετεκλογική θύελλα που έχει εισπράξει η Λούκα Κατσέλη. Επειδή αυτή, εφήρμοσε προεκλογικώς, με περισσή ζέση είναι αλήθεια, τις θολές περί αναθεωρήσεως «όλων των συμβάσεων» που αφορούν κρατική ιδιοκτησία, τις οποίες έλεγε το κόμμα «της» και, δυστυχώς, και ο σημερινός πρωθυπουργός.

Στην υπόθεση με την παραχώρηση της δεύτερης αποβάθρας του λιμένα Πειραιώς, στην εταιρεία ΣΕΠ, θυγατρική της κινεζικής Cosco, η νέα κυβέρνηση χάνει πολύτιμο χρόνο και σπαταλά το κύρος που με απλοχεριά την προικοδότησε η λαϊκή ψήφος. Το χειρότερο: βλάπτει τον τόπο και ναρκοθετεί μελλοντικές της κινήσεις στον κρισιμότερο τομέα επιβίωσης του έθνους: μια εθνική οικονομία, αρμονικά αλλά και στενά ενταγμένη στον διεθνή καμβά της παγκόσμιας οικονομίας. Η έλευση μιας μεγάλης εμπορικής εταιρείας, όπως είναι η Cosco ή οποιαδήποτε άλλη θα είχε ενδιαφερθεί για όσα έχουμε να προσφέρουμε, αποτελεί καλό οιωνό για την Ελλάδα.

Ο κινέζος πρόεδρος Χου Ζιντάο, που μπήκε στον κόπο να έρθει μέχρι την Ελλάδα πριν ένα χρόνο, είχε υπογραμμίσει τη θέληση της Κίνας να διευρύνει ενεργά την οικονομική συνεργασία με την χώρα μας και είχε υποσχεθεί πως «θα συνεχίσει να υποστηρίζει τις ανταγωνιστικές κινεζικές επενδύσεις στην Ελλάδα». Αν η τότε μείζων αντιπολίτευση δεν ήθελε τίποτε απ’ αυτά, θα ήταν καλύτερο για τον Γιώργο Παπανδρέου να είχε αποφύγει τη μακρά συνάντησή του με τον κινέζο πρόεδρο, μετά την οποία είχε τονίσει την «ανάγκη ανάπτυξη των διμερών σχέσεων» και τη «σημασία που δίνει το ΠΑΣΟΚ στις κινεζικές επενδύσεις στην χώρα μας». Βεβαίως, ο κ. Παπανδρέου είχε εξηγήσει στον πρόεδρο Ζιντάο και το εξής: την «πάγια θέση του ΠΑΣΟΚ για τις στρατηγικές υποδομές και πως εμείς τις βλέπουμε για την πατρίδα μας».

Κάποιοι, αυτό το τελευταίο, στο πολυτάραχο και πολύβουο – πλέον – Κίνημα, το κατάλαβαν – και συνεχίζουν να το αντιλαμβάνονται – κατά το δοκούν ή, κοινώς, κατά πως τους συμφέρει. Πρόκειται για την κρατικοδίαιτη εργατοπατερική αριστοκρατία, που δεν γνωρίζει ιδιαίτερα κομματικά «σύνορα», αλλά που διαθέτει εξαιρετικά βαθιές ρίζες μέσα στο ΠΑΣΟΚ. Ανεξαρτήτως των «αντιλήψεων» για τις υποδομές που σκοπεύει να διακονήσει η κυβέρνηση Παπανδρέου, έχει την αυτονόητη υποχρέωση να εφαρμόσει η ίδια και να επιτύχει την εφαρμογή των νόμων από όλους. Οι πολίτες, καταναλωτές, φορολογούμενοι και ψηφοφόροι, δεν έχουν πλέον κανένα λόγο να ανέχονται βλαπτικές για τους ίδιους, όσο και για τον τόπο, συμπεριφορές. Το σύνθημα «πρώτα ο πολίτης» αναζητά άμεση εφαρμογή στο λιμάνι. Πρώτοι οι συνδικαλιστές οφείλουν να σεβαστούν τη λαϊκή βούληση, να αναμείνουν τη δεδηλωμένη του Κοινοβουλίου και να προσέλθουν στο διάλογο με τη νέα κυβέρνηση. Αν κάποιοι φοβούνται μήπως χάσουν τα «δώρα» του κρατικού μονοπωλίου, κάποιοι άλλοι ψάχνουν για δουλειά. Ο νόμος ισχύει για όλους και δεν είναι του …λιμανιού!

 


Kατά την κρίση του αναπληρωτή καθηγητή Γιώργου Κατρούγκαλου, που ήταν ο διαιτητής στο αίτημα της Ομοσπονδίας των Τραπεζοϋπαλλήλων κατά των εργοδοτριών τραπεζών, προκειμένου ο κλάδος αυτός να καλυφθεί από μια συλλογική κλαδική σύμβαση εργασίας, η πλευρά των διοικήσεων (όχι όλων είναι αλήθεια…) είχε προτείνει να υπάρξουν διαπραγματεύσεις μεταξύ των διοικήσεων και του συνδικάτου εκάστης τραπέζης. Με τον κ. Κατρούγκαλο μοιράζομαι την πεποίθηση ότι τα παιδιά των μεταναστών που γεννιούνται στην Ελλάδα πρέπει να αποκτούν την ελληνική υπηκοότητα. Δεν είναι σίγουρο ότι μοιράζομαι το ενδιαφέρον του για το Σύνταγμα της Αλβανίας ούτε την ακαδημαϊκή -ελπίζω όχι και πολιτική- προσήλωσή του στα «κοινωνικά δικαιώματα». Θα μου πείτε: προς τι το ενδιαφέρον και γιατί η προσοχή στο θέμα αυτό. Υπομονή!

Ο Οργανισμός Διαιτησίας θα μπορούσε να είναι ένας από τους εξαιρετικά χρήσιμους θεσμούς εκσυγχρονισμού και καλής λειτουργίας της κοινωνίας και οικονομίας μας. Δυστυχώς, ήδη, η μία πλευρά των διαπραγματεύσεων γνωρίζει ότι η κρίση των «διαιτητών» κατά τεκμήριο επηρεάζεται από το περιρρέον δήθεν «φιλεργατικό» κλίμα. Είναι βεβαίως αλήθεια ότι και τα δικαστήρια που επιλύουν εργασιακές διαφορές ξεκινούν, κατά κανόνα, κρίνοντας ευνοϊκά την πλευρά των εργαζομένων ή και των συνδικάτων όταν εμφανίζονται μπροστά τους σε διαφωνίες με εργοδότες και εταιρικούς φορείς. Εξάλλου, οι δεκαετίες ’80 και ’90 κληρονόμησαν δεκάδες διατάξεις που καθιστούν υποχρεωτική την ευνοϊκή κρίση δικαστών και διαιτητών. Οι κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας δεν πήραν σχεδόν καμία πρωτοβουλία αλλαγής αυτού του νομικού περιβάλλοντος.

Είναι βεβαίως αλήθεια ότι, πολύ συχνότερα απ’ όσο νομίζουμε, οι εργοδοτικές πρακτικές αγγίζουν τη βαναυσότητα. Κυρίως όμως στις μικρές και μικρότερες επιχειρήσεις. Αντιθέτως, στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, τα πάντα είναι εκτεθειμένα σε αυστηρότερο έλεγχο. Και θα είναι μεγαλύτερος αν τα όποια θέματα υπάρχουν λύνονται εκεί που δημιουργούνται. Μέσα στην ίδια την επιχείρηση. Γιατί μια τράπεζα που κάνει καλά κέρδη να μην πληρώσει καλύτερα τους εργαζομένους της, ενώ ένας άλλος οργανισμός, που γράφει τρία χρόνια τώρα ζημιές που φορτώθηκε όταν αγόρασε την πλέον κομματικοποιημένη τράπεζα της Ελλάδας, να μην μπορεί να συμφωνήσει σε μια άλλη σύμβαση μισθών. Η συνδικαλιστική, κομματική και πολιτική γραφειοκρατία προτιμά τις διαπραγματεύσεις σε «κλαδικό» επίπεδο. Γι’ αυτό έχουμε τόσους συνδικαλιστές βουλευτές και γι’ αυτό έχουμε συλλόγους αντί για «ταξικά» σωματεία μέσα στις επιχειρήσεις.

Ο τεράστιος δημόσιος τομέας έχει δημιουργήσει έναν τεράστιο προστατευμένο τομέα εργασίας. Καλλιεργεί στους ήδη εργαζομένους και σε όσους προετοιμάζονται για την είσοδό τους στην αγορά εργασίας την αυταπάτη ότι η δουλειά μπορεί να είναι μια «χαλαρή» υπόθεση. Στον στενό πυρήνα του κράτους αλλά και στο ευρύτερο Δημόσιο, οι φορολογούμενοι και καταναλωτές δημοσίων αγαθών πληρώνουν εκατομμύρια ώρες εργασίας που κατά κανόνα είναι αντιπαραγωγικές και πολύ συχνά εικονικές. Το ΠΑΣΟΚ πιστεύει ότι όλες αυτές οι ώρες εργασίας αξίζουν αύξηση μεγαλύτερη από τον πληθωρισμό, την στιγμή που το ίδιο καταγγέλλει ότι το κράτος έχει καταρρεύσει, που σημαίνει ότι επιβαρύνει την παραγωγικότητα της οικονομίας και την ανταγωνιστικότητα της χώρας. Ενα παράδοξο λογικό άλμα, που δεν δικαιολογείται από καμία σχολή οικονομικής σκέψης και από κανέναν νεο-κεϊνσιανισμό, βάζουν τον Γιώργο Παπανδρέου να υποσχεθεί αυξήσεις προκειμένου να… υποστηριχθεί η κατανάλωση. Ελεος!

Την ίδια στιγμή, στον ιδιωτικό τομέα της αγοράς εργασίας, τα προβλήματα σωρεύονται και οι εργαζόμενοι καλούνται να τα επιλύσουν μόνοι τους, προβλήματα που ούτε τα έχουν ποτέ διανοηθεί στο Δημόσιο. Επιπλέον, ως φορολογούμενοι, οι ιδιωτικοί υπάλληλοι πληρώνουν δυσανάλογα μεγάλους φόρους και στο τελευταίο ευρώ που κερδίζουν, κάτι που δεν συμβαίνει με το Δημόσιο. Οι τραπεζικοί υπάλληλοι, χάρη στον συνδυασμό «σοσιαλμανίας» του Κωνσταντίνου Καραμανλή και «σοσιαλισμού» του Ανδρέα Παπανδρέου, συγχωνεύτηκαν και ξεπέρασαν τους δημοσίους υπαλλήλους. Μετά την υιοθέτηση του ευρώ, οι τραπεζικοί πρόσθεσαν νέα προνόμια, που προσέφερε ο δυναμισμός με τον οποίο αναπτύχθηκαν οι τράπεζες. Χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας, καλές μερισματικές αποδόσεις, τεράστιες επενδύσεις στον γεωπολιτικά κρίσιμο περίγυρό μας και τόσα άλλα δικαίως «χρύσωσαν» την τραπεζική δουλειά. Οταν, όμως, ο «διαιτητής» κρίνει ότι το επίδομα πολυετίας «χορηγείται σε κάθε εργαζόμενο από τη συμπλήρωση του πρώτου έτους υπηρεσίας», τότε εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς γιατί η Ελλάδα παραμένει το τελευταίο «σοβιέτ» της ενωμένης Ευρώπης και ότι η τραπεζική αγορά εργασίας εισέρχεται σε φάση αυτοδιάλυσης.


Προφανώς η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας προτιμά να διατηρεί χαμηλούς τόνους, μήπως πείσει όσους «έξαλλους» τριγυρνούν τέτοιες μέρες, ότι η τραπεζική μπορεί να μείνει μακριά από την τρέχουσα πολιτική. Δεν εξηγείται αλλιώς η διακριτικότητα με την οποία πέρασε στα ψιλά -πλην ίσως της δημοσιογραφικής «απροσεξίας»- ότι η μεγαλύτερη ελληνική τράπεζα μάζεψε 1,5 δισ. ευρώ, για επτά χρόνια, με τιμή 99,238 ή σταθερή απόδοση 4%. Το ολιγότερο σημαντικό είναι το διεθνές ενδιαφέρον (αφού οι 151 προσφορές ήταν τέσσερις φορές μεγαλύτερες από το αιτηθέν ποσό).

Οσοι γνωρίζουν να μετρούν, σημείωσαν ότι η Εθνική δανείζεται με μικρότερο κόστος από εκείνο που ήδη πληρώνει το Δημόσιο. Δηλαδή οι μέτοχοι της Εθνικής δανείζονται φτηνότερα από τους φορολογουμένους. Λογικό, αφού οι αρμόδιοι οίκοι αξιολόγησης κινδύνων βαθμολογούν καλύτερα την ελληνική τράπεζα από το κράτος στο οποίο αυτή εδρεύει. Συγχαρητήρια! Επιστρέψαμε στην εποχή των Γεωργίου Σταύρου, Iωάννη-Γαβριήλ Εϋνάρδου και Αρτεμόν ντε Ρενιί, ιδρυτών της Εθνικής και πρώτων δανειστών του ελληνικού κράτους.

Δεν είναι παράξενο. Αν οι πολιτικοί μας συνεχίσουν την πολιτική του «υπάρχουν λεφτά», που οδηγεί σε ακόμη πιο απίθανα χρέη, ούτε ένας Εδουάρδος Λο θα μας σώσει. Μπορεί οι πολίτες να μην κινδυνεύουν από όσα εξιστορεί ο Εμμανουήλ Ροΐδης (δείτε το διήγημά του «Αγιος Σώστης»), μπορεί να μην έχουν πάει τα χρήματα για επενδύσεις (όπως είχε κάμει ο Χαρίλαος Τρικούπης), σίγουρα όμως ο αντίπαλός του -σούπερ συντηρητικός αυτός- με υποσχέσεις για φορολογικές ελαφρύνσεις κατέστρεφε κάθε προσπάθεια δημοσιονομικού ορθολογισμού, ο οποίος συμπεριλαμβάνει τις δημόσιες επενδύσεις, μέχρι που η πατρίδα τον φώναξε πίσω για να της αναγγείλει ότι είχε πτωχεύσει.

Διαβάστε και προσέξτε το σχόλιο: «Η πτώχευση της Ελλάδας σήμανε κλονισμό της δραχμής και ολοκληρωτικό μαρασμό της ελληνικής οικονομίας. Η κήρυξη της Ελλάδας σε πτώχευση έγινε με αφορμή τη βίαιη ανθελληνική εκστρατεία στο εξωτερικό, αλλά και για την επιβολή δυσβάσταχτων βαρών στις λαϊκές μάζες. (σ.σ. Μήπως αυτά θυμίζουν κάτι; Μήπως παρόμοιες δηλώσεις για επίθεση από το Διευθυντήριο των Βρυξελλών, τους υπερατλαντικούς μας συμμάχους και άλλους κύκλους στο εξωτερικό δεν γίνονται και σήμερα;)» Το απόσπασμα είναι από παλαιό φύλλο του Ριζοσπάστη (όργανο της ΚΕ του ΚΚΕ).

Θα ζητήσουμε λοιπόν από τις Βρυξέλλες μεγαλύτερη περίοδο προσαρμογής. Αν θέλουν την πλήρη πιστωτική «υποδούλωσή» μας θα μας την δώσουν. Σπεύδουν οι διατεταγμένης υπηρεσίας -«να και ο Σαρκοζί τσαλαπατά το Σύμφωνο Σταθερότητας», έγραψαν- δημοσιογράφοι, βάζοντας τον δικό τους μαζί με τους πραματευτάδες! Αλλοι πάλι, ειδικά τις τελευταίες αυτές μέρες, βλέπουν τα ομόλογα να φτηναίνουν και ασυγκράτητοι ετοιμάζουν νέο και μεγαλύτερο δανεισμό. Και γιατί τότε δανειζόμαστε ακριβότερα από τους Ιταλούς; Αλλοι ξοδεύουν ήδη τα παγωμένα δάνεια. Ποιος θα πληρώσει το κόστος τους; Ακόμη δεν έχουν καταλάβει ότι αν η Ελλάδα πουλά ό,τι το καλύτερο διαθέτει, αν οι πολίτες πληρώνουν διόδιο-διόδιο την κατασκευή νέων έργων, είναι γιατί το κράτος δεν μπορεί να υποστηρίξει νέες επενδύσεις. Να γιατί ακόμη και η τόσο καλή Εθνική βρίσκεται σε χέρια «διεθνών επενδυτών». Οταν οι πολίτες δεν δημιουργούν νέο πλούτο, το κράτος τους πτωχεύει. Και δεν θα έχουμε ούτε την Εθνική για να μας σώσει…


Τις προηγούμενες τρεις εβδομάδες προσπάθησα να μοιραστώ τον προβληματισμό που έχει κάποιος πριν φτάσει στην κάλπη. Σήμερα μπορώ να σας πω που έχω καταλήξει. Εξήγησα πόσο μου λείπουν τα μικρά «εξειδικευμένα» κόμματα. Πόσο τα μεγάλα και πολυσυλλεκτικά κατάντησα να μη γνωρίζουν τα ίδια τι πρεσβεύουν. Και ο κυβερνητισμός, κυρίως δηλαδή η δίψα για την εξουσία, τα κατάντησε ιδεολογικούς οσφυοκάμπτες. Είμαι πλέον «έμπειρος» ψηφοφόρος για να παρασύρομαι από απατηλές υποσχέσεις και, μέχρι στιγμής, τα παιδιά μου δεν κινδυνεύουν από κάποια «εξυπηρέτηση» κομματικού φίλου. Ευτυχώς!
Το πρόβλημα όμως παραμένει. Κόμματα «να έχουν άποψη επίκαιρη και το πολιτικό θάρρος να την υποστηρίξουν μέχρι την κάλπη» («Ποιόν να μην ψηφίσω», 11/9) δεν υπάρχουν. Ή μήπως το κόμμα των Οικολόγων προσφέρει την κοντινότερη πρόταση στο πρόβλημά μου. Πάλι, παρατηρεί φίλος καλός, δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω το βάθος των πεποιθήσεων του Γιώργου Παπανδρέου σε ό,τι αφορά την «πράσινη ανάπτυξη». Με συγκρατεί όμως η αντίφαση. Από τη μια συμφωνούμε για την πρωτεύουσα σημασία του περιβάλλοντος σε μια χώρα με περιορισμένους φυσικούς και τεχνολογικούς πόρους. Από την άλλη όμως, είναι σαφές ότι προτιμά να συμπορευτεί με τους συντρόφους συνδικαλιστές και άλλους κομματικούς παράγοντες, που κατακλύζουν την Ιπποκράτους, παρά με την κοινωνία των πολιτών, για την οποία έχει μια μάλλον «ηλεκτρονική» επαφή («Ποιον να μην εμπιστευτώ», 18/9).
Και πάλι, επιμένει άλλος φίλος, η Αριστερά, κυρίως ο Συνασπισμός, χάρη σε σοβαρές προσωπικότητες, όπως ο αξέχαστος Μιχάλης Παπαγιαννάκης, πρώτη αυτή έδειξε πως τα συμφέροντα των εργαζομένων δεν αντιμάχονται όσα πιστεύουν οι Οικολόγοι, παρά τις παιδικές αρρώστιες των ομάδων που διέδωσαν τις πλέον ακτιβίστικες δράσεις για την ανάδειξη των απειλών που συνοδεύουν το αναπτυξιακό μας μοντέλο. Όμως, η συγγένεια αυτή, σωστή, δεν μου αρκεί για να ξεχάσω την καταστροφή του περιβάλλοντος συζήτησης και προβολή των πραγματικά μεγάλων προβλημάτων (και στην Παιδεία!) που προκάλεσαν τα σύννεφα καπνού πίσω από τα οποία κρύφτηκε η ηγεσία του Συν, συμβάλλοντας στην περαιτέρω απομόνωση της χώρας και, τελικώς, την παράδοσή της στα οργανωμένα συμφέροντα του κομματικού κρατισμού από τα οποία, τώρα, κινδυνεύουμε. Αν τουλάχιστον ήταν μια «Αριστερά της Εξουσίας» (25/9), θα είχε κάποια αξία να το συζητήσουμε. Ας γιατρέψουν τις πληγές τους εκτός Βουλής. Εκλογές, σε τελευταία ανάλυση, θα έχουμε και πάλι σύντομα!
Με συγκινεί η κίνηση των Οικολόγων όταν οι «Αρκούδες της Αθήνας» προσπαθούν να κρατήσουν τα αυτοκίνητα έξω από τους πεζοδρόμους. Δεν με συγκινεί καθόλου όταν βλέπω τη συμπεριφορά τους στο Νάνο Βαλαωρίτη, απλώς συμφωνώ μαζί του ότι «σήμερα προέχει η προστασία του περιβάλλοντος για όλους μας στον Πλανήτη». Δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο η δήθεν αντίθεση μεταξύ αυτοκινητοδρόμων και τρένου. Με ανησυχούν οι «εθνικές» και άλλες παραινέσεις για τη λειτουργία του πολιτεύματος. Αν είναι να απορροφηθούν και οι Οικολόγοι από το πολιτικό κατεστημένο. Δεν τους θέλω, αν είναι να κάνουν πως δεν γνωρίζουν ότι η οικοδόμηση στα τέσσερα στρέμματα καταστρέφει την ελληνική ύπαιθρο, αν δεν μπουν μπροστά για να γίνουν οι «πράσινες» επενδύσεις που τόσο χρειαζόμαστε. Τους θέλω για να θυμίσουμε στα δύο κόμματα πως τα μεγάλα άλματα, οι σύγχρονες κοινωνίες, τα κάνουν όταν συμφωνήσουμε στα στοιχειώδη και, έστω λίγο πριν την καταστροφή, μετρήσουμε ότι ακόμη και η διαβρωμένη ψυχή του Έλληνα θυμάται τι σημαίνει ομοθυμία!


«Για να μπούμε στο νόημα της πάλης των κομμάτων, δεν πρέπει να πιστεύουμε τα λόγια, αλλά να μελετάμε την πραγματική ιστορία των κομμάτων, να εξετάζουμε όχι τόσο εκείνα που λένε τα κόμματα για τον εαυτό τους, αλλά εκείνο που κάνουν, να εξετάζουμε πώς ενεργούν κατά τη λύση των διάφορων πολιτικών ζητημάτων που θίγουν τα ζωτικά συμφέροντα των διάφορων τάξεων της κοινωνίας» – Β. Ι. Λενιν

Εφόσον η σημερινή αντιπολίτευση κερδίσει, τελικά, τις εκλογές θα πρέπει να κάνει, αμέσως, τρία πράγματα. Να δανειστεί επειγόντως ώστε να μπορέσει το κράτος να συνεχίσει τις πληρωμές του, έχοντας απέναντί του εξαιρετικά επιφυλακτικούς επενδυτές στο ελληνικό δημόσιο χρέος. Να συντάξει ένα νέο πρόγραμμα μείωσης του ελλείμματος και ελέγχου του δημόσιου χρέους το οποίο θα διαθέτει ένα σενάριο επέκτασης κατά δύο έτη (και όχι τρία) για την επιστροφή κάτω από το περίφημο 3%. Να απαντήσει σε επείγοντα ζητήματα για τη διαχείριση σημαντικών τομέων της οικονομικής δραστηριότητας, όπως είναι η εγκατάσταση της κινεζικής Cosco στο Λιμάνι του Πειραιά, η άρση της απειλής κρατικής παρέμβασης στον ΟΤΕ, την Ολυμπιακή, την Εθνική Τράπεζα, τα Ελληνικά Πετρέλαια και αλλού. Η χρονική διορία για όλα αυτά δεν είναι μεγαλύτερη από ένα εικοσαήμερο και οι απαντήσεις πρέπει να είναι ευκρινείς και αξιόπιστες. Δυστυχώς, κανείς στην Ιπποκράτους δεν κοπιάζει προσπαθώντας να συντάξει τις απαντήσεις αυτές. Τα μηνύματα που έρχονται από διαφορετικές και συναρμόδιες κατευθύνσεις δείχνουν ότι στο ΠΑΣΟΚ έχουν συλλογικά αναβάλει όλα τα δυσάρεστα για μετά την εκλογική… νίκη!

Στην κατεύθυνση αυτή, την εβδομάδα που πέρασε, το επιτελείο του ΠΑΣΟΚ επιστράτευσε δύο επιχειρήματα. Το ένα λεει: «Θα πρέπει πρώτα να καθήσουν τα στελέχη μας στις υπουργικές καρέκλες, να ανοίξουν τα συρτάρια και το ταμείο και μόνον τότε θα μπορούν να μας πουν ποια μέτρα απαιτούνται». Πρόκειται για υπεκφυγές. Οπως υποστηρίζουν τα ίδια τα στελέχη του, η παρούσα κυβέρνηση «δεν θα αφήσει τίποτε πίσω της»! Επιπλέον, η αξιωματική αντιπολίτευση διαθέτει αξιολογότατα στελέχη στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και σε άλλους κρίσιμους τομείς του κρατικού μηχανισμού, που έχουν ήδη συνομιλήσει και διεκτραγωδήσει την κατάσταση σε «πασοκικούς» αρμοδίους για να χρησιμοποιήσω την προεδρική διάλεκτο.

Το δεύτερο επιχείρημα που λανσάρεται λεει: «Ο Παπανδρέου έχει γνωστούς στην Επιτροπή και στις μεγάλες κυβερνήσεις και θα τους ζητήσει να μας αφήσουν να προσαρμόσουμε τα οικονομικά του Δημοσίου σε περισσότερα χρόνια». Δυστυχώς για όσους πιστεύουν όσα λένε, οι καιροί έχουν αλλάξει και κανείς δεν εμπιστεύεται τους «ελληνικούς» πολιτικούς και λιγότερο από όλους οι αγορές. Οι οποίες δεν είναι καθόλου απρόσωπες. Οι προσεκτικοί παρατηρητές σημειώνουν ότι στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου η απόδοση στη λήξη του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου έχει πάρει την ανηφόρα και έκλεισε την εβδομάδα στο 4,5%. Αρκεί μια μικρή αποστροφή στις δηλώσεις που κάνουν διάφοροι εισηγητές προς το Συμβούλιο Εκοφίν ή -ακόμη χειρότερα- το Συμβούλιο Κορυφής για να εκσφενδονιστεί το κόστος δανεισμού του Δημοσίου. Η κατάσταση αυτή ακυρώνει και το επικουρικό επιχείρημα που χρησιμοποιείται όταν ζητείται από στελέχη που προαλείφονται για καίριες θέσεις στην πολιτική ηγεσία του οικονομικού τομέα, το οποίο, με διαφορετικούς τρόπους, καταλήγει στο απόφθεγμα: «Λεφτά υπάρχουν». Εννοώντας ότι ένα κράτος που έχει ήδη δανειστεί πάνω από 50 δισ. μπορεί να δανειστεί περισσότερα.

Στην ελπιδοφόρα πλευρά, την ίδια αυτή εβδομάδα, πέντε επιμελητήρια σύνδεσης της Ελλάδας με Ηνωμένες Πολιτείες, Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία παρέδωσαν στην πολιτική ηγεσία του τόπου, άρα και του ΠΑΣΟΚ, κείμενο πολιτικής με τίτλο «Η ελληνική οικονομία σε αναζήτηση στρατηγικής», το οποίο συντάχθηκε από τον καθηγητή Γιάννη Στουρνάρα, επιστημονικό διευθυντή του ΙΟΒΕ και εκ των αρχιτεκτόνων της εισόδου μας στη Ζώνη του Ευρώ κ. Σπύρο Βρεττό, διευθύνοντα σύμβουλο του Boston Consulting Group που προσφέρει την καλύτερη αυτήν τη στιγμή κωδικοποίηση όσων μπορούν να γίνουν για την αντιμετώπιση της πολύπλευρης κρίσης που αντιμετωπίζει η χώρα. Επιλέγω απλώς ένα από αυτά. Οι συγγραφείς πιστεύουν ότι η απαιτούμενη μεταρρύθμιση ζητεί νοικοκύρεμα και όχι επεκτατικές νέες δαπάνες (άρα και πρόσθετο δανεισμό) και θα φέρει πολλαπλά δυνητικά οφέλη. «Μόνο η βελτίωση του ρυθμιστικού πλαισίου, το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων και η μείωση του διοικητικού βάρους έχει εκτιμηθεί ότι, σε βάθος χρόνου, έχει όφελος τουλάχιστον 10% του ΑΕΠ, διευκολύνοντας δραστικά τη δημοσιονομική προσαρμογή», σημειώνουν χαρακτηριστικά.

Προφανώς, στο ΠΑΣΟΚ έχουν ελάχιστες ημέρες πλέον για να επιλέξουν ποια τακτική ταιριάζει καλύτερα στην ελληνική σοσιαλδημοκρατία. Ας ελπίσουμε ότι θα το κάνουν χωρίς να επηρεάζονται από τα αισθήματα που τους προκαλεί η απομάκρυνσή τους από εκείνη την τακτική που ακολούθησε ο Κώστας Σημίτης. Θα ήταν μεγάλη ατυχία να πνιγεί η πίστη του Γιώργου Παπανδρέου στις δυνατότητες της χώρας και στη φυγή προς τα εμπρός στα χρέη που θα προκαλέσει μια επεκτατική κρατικίστικη παρέμβαση στη λειτουργία ακόμη και εκείνου του τμήματος της οικονομίας που δημιουργεί, ακόμη σήμερα, νέο πλούτο.