Η κυβέρνηση οφείλει να κάνει δύο κινήσεις σε ό,τι αφορά τη δαπάνη του κράτους για αμοιβές. Πρώτον, να απομακρύνει με ταχείς ρυθμούς όσους έχουν προσληφθεί με έμμεσες ή προσωρινές συμβάσεις. Δεύτερον, να παγώσει το σύνολο των αποζημιώσεων, αμοιβών και συμβάσεων. Σκοπός πρέπει να είναι η δραστική μείωση της συνολικής δαπάνης και όχι η συγκράτησή της. Το κράτος πρέπει να δώσει το ορθό μήνυμα προς τον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος πρόκειται να συζητήσει το θέμα των αμοιβών σε περιβάλλον παρατεινόμενης οικονομικής κρίσης. Ας τα δούμε με τη σειρά. Το Δημόσιο πάσχει και από υπεραπασχόληση και από εσφαλμένη κατανομή των διαθέσιμων ανθρώπινων πόρων. Στα υπουργεία έχουν παραμείνει πολλές χιλιάδες ατόμων που δεν διαθέτουν τα προσόντα για να υπηρετούν στις κεντρικές υπηρεσίες. Πολλές χιλιάδες υπαλλήλων περισσεύουν γιατί δεν υπάρχει λόγος ουσιαστικής και ολοήμερης απασχόλησής τους. Με αποτέλεσμα να μοιράζονται ένα αντικείμενο εργασίας σε πολλά μικρά κομμάτια, να εφευρίσκουν διαδικασίες ή να συντηρούν παλαιότερες, πλην όμως καταργημένες από τη μεσολάβηση ηλεκτρονικών εφαρμογών απλώς και μόνον για να έχουν όλοι κάτι να κάνουν. Στο σύνολο του Δημοσίου βασιλεύει ατελείωτη τεμπελιά. Η εργασία διεκπεραιώνεται με ρυθμούς καραβανιού της ερήμου και με την επίκληση εσωτερικών κανονισμών, ειδικών ρυθμίσεων και άλλων πράξεων που σπαταλούν τα χρήματα των φορολογουμένων. Με πρόσχημα την «αδέκαστη» κρίση (στην περίπτωση των δικαστικών), τον ουσιαστικό έλεγχο (στην περίπτωση των δήθεν επιθεωρητών), την πληρέστερη μόρφωση (στην περίπτωση των καθηγητών), την αυξημένη ασφάλεια (στην περίπτωση των αστυνομικών δυνάμεων) και ούτω καθεξής. Κανείς, επί δεκαετίες τώρα, δεν έχει ελέγξει τι κάνει ο καθένας μέσα στο Δημόσιο, ελάχιστες διαδικασίες έχουν καταργηθεί, ενώ είναι παντελώς άχρηστες. Η καθιέρωση των ΚΕΠ έκανε ακόμη πιο άνετη την εργασία στο Δημόσιο, όπως θα παρατηρήσει όποιος μετρήσει τον χρόνο που απαιτείται για να απαντηθεί το αίτημα του πολίτη. Κάθε νέο αντικείμενο ή μια προσωρινή πίεση οδηγεί στην πρόσληψη προσωρινών ή συμβασιούχων ή επί μαθητεία ανέργων (σταζιέρ). Η λύση σε αυτό το φαύλο καθεστώς σπατάλης είναι μία και μόνη: να περιοριστούν δραστικά οι θέσεις για τις οποίες θα προβλέπεται η πρόσληψη δημοσίων λειτουργών κατά τη συνταγματική έννοια, που βεβαίως δεν αφορά τίποτε περισσότερο από την εξαιρετικά δύσκολη απόλυση και τίποτε άλλο και να απομακρυνθούν σταδιακά αλλά συστηματικά όλοι οι «προσωρινοί».

Το κράτος οφείλει να στριμωχθεί, όπως ήδη συμβαίνει στον ιδιωτικό τομέα, τουλάχιστον μέχρις ότου ξεπεράσουμε τα μεγάλα δημοσιονομικά προβλήματα. Βεβαίως αυτό δημιουργεί δύο προβλήματα. Θα αυξηθεί η ανεργία, ιδιαίτερα λόγω παρατεινόμενης ύφεσης. Ανεργία που είναι «απαραίτητη», αφού η συστηματική παρέμβαση του Δημοσίου στην προσφορά απασχόλησης έχει αυξήσει το κόστος εργασίας για το σύνολο της οικονομίας. Το κράτος απασχολεί έναν στους τέσσερις και οι συλλογικές συμβάσεις αντανακλούν τη μισθοδοτική δαπάνη του κράτους. Αρα, ο περιορισμός του κράτους θα βελτιώσει τελικά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Η δεύτερη κίνηση αφορά την κρατική δαπάνη για το σύνολο των απασχολουμένων στο Δημόσιο. Η μέση αμοιβή στο Δημόσιο είναι, κατά κανόνα, εξωφρενικά μεγάλη. Ούτε η αποδοτικότητα, ούτε το βάρος, ούτε οι συνθήκες, ούτε βεβαίως ο ανταγωνισμός δικαιολογούν το ύψος των μισθών και των άλλων επιδομάτων. Είναι πλέον γνωστό ότι για την ίδια περίπου δουλειά, ο ιδιωτικός τομέας πληρώνει τα 2/3 ή και τα μισά. Η εξέγερση όσων υπενθύμισαν στην κυβέρνηση ότι την ψήφισαν για να τους μοιράσει εκείνα που απειλούσε να κόψει ο Καραμανλής, αποκαλύπτει από μόνη της όση αλήθεια χρειάζεται.

Oπως επίσης η σύγχυση μεταξύ συνολικής αμοιβής από τη μια και βασικής αμοιβής από την άλλη, ακαθάριστου εισοδήματος και καθαρών απολαβών. Η ορθή κίνηση για το κράτος είναι να παγώσει όλες τις αμοιβές στον δημόσιο τομέα. Καλλιεργείται βεβαίως η πεποίθηση πως η εισοδηματική πολιτική στο Δημόσιο προσδιορίζει και εκείνη που θα εφαρμοστεί στον ιδιωτικό τομέα. Μπορεί αυτό να μην είναι σωστό, αφού οι αμοιβές του ιδιωτικού θα συζητηθούν την άνοιξη στο πλαίσιο της νέας εθνικής σύμβασης, είναι όμως αληθές ότι όσο πιο ανοιχτοχέρης είναι ο υπουργός Οικονομικών, τόσο ευκολότερα ανεβαίνει η μισθοδοτική δαπάνη στον παραγωγικό τομέα.

Είναι επίσης αλήθεια ότι οι αμοιβές στον ιδιωτικό τομέα δεν θα πρέπει να προσαρμοστούν σε ποσοστό μεγαλύτερο από 1%. Ο συνδυασμός χαμηλού πληθωρισμού, ύφεσης της παραγωγής, αυξανόμενης ανεργίας και περαιτέρω υποχώρησης της συνολικής ανταγωνιστικότητας αλλά και οι υποχρεώσεις των επιχειρήσεων σε μεγαλύτερους φόρους και εισφορές προς κάλυψη των ελλειμμάτων του Δημοσίου και του ασφαλιστικού συστήματος θα αποβεί καθοριστικός. Το κόστος του κράτους που καλείται να πληρώσει ο φορολογούμενος εξαρτάται, μετά τους τόκους για το δημόσιο χρέος, τις προμήθειες και τη διαφθορά, από το κόστος για αμοιβές απασχολουμένων σε αυτό. Eνα φθηνότερο κράτος σημαίνει ένα κράτος που πληρώνει λιγότερα χρήματα στους υπαλλήλους του, όσο κι αν αυτό δεν αρέσει σε πάρα πολλούς, όσο δύσκολο κι αν φαίνεται στους πολιτικούς που καλούνται να πάρουν τις σχετικές αποφάσεις.


Πριν από ένα χρόνο, ο πρόεδρος Σαρκοζί, δημιούργησε τον διαμεσολαβητή τραπεζών στον οποίο μπορούσαν να απευθύνονται όσες επιχειρήσεις δεν έβρισκαν την κατανόηση των τραπεζών. Η επιλογή αυτή, σύμφωνα με στοιχεία που χρησιμοποίησε στις αρχές Δεκεμβρίου ο Γάλλος πρόεδρος στην ομιλία του στην Τουλόν, υπήρξε χρήσιμη σε 8.000 επιχειρήσεις επί 11.700 αιτήσεων και, σύμφωνα πάντοτε με τον ίδιο, τα δάνεια ρυθμίστηκαν και 160.000 θέσεις εργασίας διασώθηκαν.

Αυτά στη Γαλλία. Στη Γερμανία, η καγκελάριος Μέρκελ δημιουργεί και αυτή Μεσολαβητή. Οι ανάγκες είναι ίδιες. Στην Ελλάδα, διαθέτουμε μεσολαβητή αλλά κανείς δεν του ζήτησε κάτι παρόμοιο. Η κυβέρνηση προτιμά τις διά του νόμου επιβαλλόμενες λύσεις. Εισάγει πολιτικά κριτήρια εκεί που πρέπει να υποχρεώσει στην εφαρμογή καθαρόαιμων τραπεζικών αρχών.

Ετσι κι αλλιώς, οι τράπεζες θα ματώσουν το 2010. Οσο δεν το έπαθαν πέρυσι, με τη μεγάλη κρίση. Κατά κανόνα, θα επωμισθούν τις θύελλες που έσπειραν όταν δάνειζαν επεκτατικά. Αυτό πάντως δεν δικαιολογεί τη συστηματική άγνοια εξελίξεων και μηχανισμών της διεθνούς κρίσης, που ξεκίνησε τον Αύγουστο 2007, στην οποία εμμένουν και οι δύο πτέρυγες της πολιτικής μας τάξης Ακόμη και μετά την όξυνση της κρίσης με την εκδήλωση του συνδρόμου κατάρρευσης των πιστωτικών οργανισμών (όταν την 15η Σεπτεμβρίου πέφτει η Lehman Bros), η ελληνική κυβέρνηση περιόρισε τις δράσεις της στη στήριξη των καταθέσεων και την ενίσχυση των τραπεζικών κεφαλαίων. Οφειλε ήδη τότε να έχει περιορίσει τα δημόσια οικονομικά.

Η δοκιμασία του τραπεζικού μας συστήματος, θα γίνει αγωνιώδης, για τρεις λόγους. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα οδηγηθεί υποχρεωτικώς σε σταδιακή αύξηση των επιτοκίων του ευρώ, προκειμένου να μαζέψει την πλημμυρίδα κεφαλαίων μέσω της οποίας διέσωσε το σύστημα, χωρίς να διακινδυνεύσει μια πληθωριστική μείωση της πραγματικής αξίας των χρεών που δημιούργησαν οι κυβερνήσεις τα τελευταία δύο χρόνια της κρίσης.

Ηδη, η ευρωτράπεζα αλλάζει τη διάρκεια δανεισμού των τραπεζών. Κατάργησε το δωδεκάμηνο και τον Μάρτιο θα καταργήσει και το εξάμηνο. Ακολούθως, η ΕΚΤ θα αλλάξει τον τρόπο παροχής ρευστότητας, επαναφέροντας τον κανόνα προσφοράς συγκεκριμένων ποσών για κυμαινόμενα επιτόκια, δηλαδή το αντίστροφο όσων έπραξε για να αντιμετωπίσει τη μεγάλη κρίση. Εξίσου προφανές είναι ότι τα ποσά θα μειώνονται συνεχώς.

Και τα δύο αυτά μέτρα θα περιορίσουν τη ρευστότητα των τραπεζών. Αν δεν βρουν ρευστότητα από αλλού, δηλαδή από μια αύξηση των αποταμιεύσεών τους, δεν θα είναι σε θέση να δώσουν περισσότερα δάνεια το 2010 απ’ ό,τι το 2009. Αν μάλιστα το Δημόσιο συνεχίσει να δανείζεται από την εγχώρια κεφαλαιαγορά για τα δικά του ελλείμματα και χρέη, θα πετάξει κυριολεκτικώς έξω από την αγορά δανείων τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Το τρίτο μέτρο της ΕΚΤ όμως είναι το πιο κρίσιμο. Πριν από το τέλος του 2010, θα απαιτήσει και πάλι εγγυήσεις υψηλής πιστοληπτικής ποιότητας. Η βαθμολογία των ελληνικών ομολόγων θα πρέπει να ξεκινά με το «Α» αντί του «Β». Αλλιώς, οι τράπεζες δεν θα μπορούν να τα δίνουν ως ενέχυρο. Θα σταματήσουν, επομένως, να δανείζουν την κυβέρνηση, ενώ και στα βιβλία τους θα γράψουν πρόσθετη ζημία, αφού είναι υποχρεωμένες να αποτιμούν το χαρτοφυλάκιο των τοποθετήσεών τους στις τρέχουσες τιμές της αγοράς, όπου τα ελληνικά χαρτιά υπόκεινται σε συνεχή υποβάθμιση.

Η προηγούμενη κυβέρνηση επέλεξε την επιδότηση μεσαίων επιχειρήσεων. Εκανε τα «στραβά μάτια» στην αθέτηση υποχρεώσεων των επαγγελματιών και μικρών επιχειρηματιών. Αφησε τις κρατικές δαπάνες εκτός ελέγχου. Νόμιζε ότι εξορκίζει την ύφεση.

Η φοροκλοπή, που συνήθως αφορά μέχρι το 30% του εγχωρίως παραγόμενου εμφανούς πλούτου, πήγε στο 40%. Ισως και περισσότερο. Βεβαίως ο σωρευμένος πλούτος παλαιότερης φοροκλοπής περιορίζει την κατάπτωση του διαθέσιμου εισοδήματος, όπως «με ζήλεια» σημείωνε σχολιαστής της Deutsche Bank. Το 2010 όμως, η ύφεση θα είναι μεγαλύτερη. Υφεση στην παραγωγή και απειλή χρεοκοπίας στο κράτος, οδηγούν, κυριολεκτικά, την οικονομία, στους βράχους. Το ελληνικό κράτος θα είχε καταρρεύσει στο πρώτο εξάμηνο του έτους που πέρασε, αν η Ελλάδα δεν ήταν μέλος της Ευρωζώνης.

Η τεράστια αυτή ρευστότητα τώρα, να συμμαζευτεί. Ο διοικητής της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας Ben Bernanke ανακοίνωσε ήδη την πρόθεσή του να το πράξει βραδέως πλην όμως σταθερά και ήδη η κυβέρνηση των ΗΠΑ πληρώνει πανάκριβα τα ομόλογά της.

Για την Ευρωζώνη, ξεκίνησε η αντικατάσταση των νομισματικών κεφαλαίων. Η ποιοτική χαλάρωση τελειώνει, το αργότερο, το καλοκαίρι.

Μέχρι εκεί θα φτάσει, αν τα καταφέρει, το ελληνικό κράτος. Από εκεί και μετά, αν δεν έχουμε συμμορφωθεί με τις αυτονόητες παραινέσεις των αγορών, το κόστος του δανεισμού θα γίνει απαγορευτικό για οποιαδήποτε δημοκρατικώς εκλεγμένη κυβέρνηση. Οταν η Ευρώπη αναζητεί τον καλύτερο συντονισμό μεταξύ δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, η συντήρηση κρατικοδίαιτων πολιτικών αποτελεί παραλογισμό ισοδύναμο με εθνική «προδοσία».


Ο πρωθυπουργός παραδέχτηκε πως η τιμολόγηση των τελών κυκλοφορίας ήταν λανθασμένος. Ο υπουργός Οικονομικών έσπευσε να διαβεβαιώσει πως θα αλλάξει το σύστημα. Η υπουργός Περιβάλλοντος δεν μίλησε. Ούτε ο υφυπουργός Εξωτερικών, υπεύθυνος θεμάτων περιβάλλοντος, που είχε χειριστεί το θέμα στην αντιπολίτευση. Η ζημιά, στα μάτια της κοινής γνώμης, ήταν πολύ μεγάλη.

Και όμως, όλοι οι παραπάνω «υπεύθυνοι», είχαν προειδοποιηθεί. Επέλεξαν να κάνουν όσα έκαναν. Και το δικαιολόγησαν με πολλαπλά επιχειρήματα. Τα οποία, βεβαίως, έδειχναν ότι δεν κατέχουν το θέμα με επάρκεια. Οτι αποστρέφονται την ανοιχτή συζήτηση με τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες. Οτι διακατέχονται από ιδεοληψίες.

Επιπλέον, τα ανώτερα και ακριβά πληρωμένα στελέχη του κρατικού μηχανισμού, επιβεβαίωσαν την ανεπάρκειά τους αλλά και τις βαρύτατες ευθύνες του για τα κακώς κείμενα στη χώρα μας. Το νεότευκτο κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ την «πάτησε». Επεσε στη φορολογική παγίδα Σουφλιά.

Κράτησε τα ακριβά τέλη, κατήργησε όμως την απόσυρση. Δεν κατάλαβε ότι το ακριβό τέλος στα παλιά έδενε απολύτως με την αμοιβή για απόσυρση. Εκδικητική όπως πάντα η δημόσια διοίκηση ξεχνά πόσο πολύ φόρο έχει πάρει από τους γιωταχήδες. Αγνοεί την υποχρέωσή της να επιστρέψει ένα μικρό κίνητρο για να γλιτώσουμε από τα σαραβαλάκια και τους υπερβολικούς ρύπους τους.

Ομως, πέραν όλων αυτών των πολιτικών της τελευταίας στιγμής, υπάρχει μια αλήθεια που δεν μπορεί να αλλάξει. Τα οχήματα θα πληρώνουν ανάλογα με τη ρύπανση που προκαλούν στο περιβάλλον. Αυτό σημαίνει ότι ένα αυτοκίνητο μεγαλύτερης ιπποδύναμης και παλαιότερης τεχνολογίας θα πληρώνει περισσότερα.

Τα νέα τέλη κυκλοφορίας απαιτούν ένα μικρό κόπο εκ μέρους των γραφειοκρατών. Να περάσουν στα κομπιούτερς τους, τα «γραμμάρια ρύπων ανά διανυόμενο χιλιόμετρο». Δεν χρειάζονται περισσότερο από μια εβδομάδα. Ακολούθως, δύο κατηγορίες αρκούν. Πριν από το 1995, όταν άρχισε η εφαρμογή αντιρρυπαντικών τεχνολογιών. Ή το 2000, όταν ακόμη τα τέλη ταξινόμησης ήσαν υψηλά, κίνηση που μειώνει και το υπερβολικό βάρος στην κατηγορία «Β». Αλλωστε, οι βελτιωμένες κοινοτικές προδιαγραφές οδηγούν σε λιτότερες εκπομπές CO2. Επομένως, ένα νεότερης αντιρρυπαντικής τεχνολογίας (Euro6) εκπέμπει λιγότερους ρύπους και, επομένως, πληρώνει λιγότερα τέλη.

Αυτό σημαίνει ότι τα παλαιά τέλη κυκλοφορίας θα καταργηθούν ως εθνική φορολογία. Τα νέα περιβαλλοντικά τέλη μπορούν να μειωθούν κατά 10% – 15%. Κατάργηση χρειάζεται και η «ταξική» εξτρά φορολογία, άνω των 1.929 κ.εκ. Ενας ειδικός φόρος για όσα οχήματα ρυπαίνουν πάνω 160 γρ./χλμ., θα ήταν μια σωστή και επαρκής απόφαση, ταυτόχρονα με την πλήρη κατάργηση των τελών ταξινόμησης.

Το βάρος των περιβαλλοντικών φόρων πρέπει να πέσει στη χρήση. Δηλαδή, στα καύσιμα. Αυτό φοβήθηκαν οι προηγούμενοι, που έβαλαν 6 λεπτά πρόσθετη φορολογία. Το ίδιο και οι παρόντες. Τώρα, που ο πληθωρισμός είναι ακόμη σχετικά χαμηλός, το πετρέλαιο σχετικά συγκρατημένο και το ευρώ σταθερό, η κυβέρνηση μπορεί να προσθέσει 25 λεπτά φόρου στο λίτρο.

Κυρίως όμως, η νέα κυβέρνηση πρέπει να αναγνωρίσει το λάθος της και να επαναφέρει, άμεσα, την απόσυρση και την απαγόρευση κυκλοφορίας στις πόλεις για όσους ρυπαίνουν υπερβολικά. Λίγο πολιτικό θάρρος και περισσότερη δουλειά κύριοι (και κυρίες) της κυβέρνησης!


Προτείνω στις πρωθυπουργικές υπηρεσίες να αρχίσουν τη δημοσίευση των εξόδων τους σε ειδικό link στην πρωθυπουργική ιστοσελίδα, η οποία, αυτό ειρήσθω εν παρόδω, είναι καιρός να υπάρξει, για να μας βρίσκουν και οι ξένοι στον παγκόσμιο ηλεκτρονικό ιστό. Οταν με το καλό το πράξουν, θα ήθελα πολύ να πληροφορηθώ το κόστος ορισμένων μετακινήσεων, ιδιαίτερα όταν ο πρόεδρος συνοδεύεται με παρέα καταγραφέων του πρωθυπουργικού μεγαλείου, οι οποίοι ενδιαφέρθηκαν για την κλιματική μοίρα του πλανήτη μας, όταν ο Γιώργος επιβεβαίωσε το αυτονόητο, δηλαδή τη συμμετοχή του στη σύνοδο της Κοπεγχάγης. Με την ίδια ευκαιρία θα πληροφορηθεί ο περήφανος ελληνικός λαουτζίκος τον χρόνο που διέθεσαν οι απεργοί της ενημέρωσης για ψώνια στην αγορά της δανέζικης πρωτεύουσας. Αν ο αρμόδιος πρωθυπουργικός σύμβουλος επιθυμεί περισσότερες εξηγήσεις, ευχαρίστως, πλην όμως δημοσίως, να τις προσφέρουμε.

Μέχρι τότε, καλό είναι οι πολίτες να γνωρίζουν πως δεν υπάρχει τίποτε που θα μπορούσε να μας πείσει ότι μπήκε, ή έστω μπαίνει, σε τάξη το κράτος. Μέσα στον Ιανουάριο θα εξαντληθεί η περίοδος χάριτος και αυστηρής κρίσης, των 100 πρώτων ημερών, όπως ο ίδιος ο Γιώργος Παπανδρέου τη θέλησε. Ο χρόνος των άμεσων υποσχέσεων θα έχει περάσει. Το κυβερνητικό ρολόι θα κτυπά την ώρα του ρεαλισμού.

Από τους τέσσερις βασικούς άξονες που είχε παρουσιάσει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, πολύ λίγα θα έχουν γίνει. Προσέξτε, για παράδειγμα, τη διατύπωση για τον τέταρτο άξονα: «Νοικοκύρεμα στα δημόσια οικονομικά με ριζικές τομές για την καταπολέμηση της σπατάλης και την ενίσχυση των φορολογικών εσόδων με πλήρη αναδιάρθρωση της φορολογικής διοίκησης και των μηχανισμών ελέγχου». Ακόμη τα διάφορα υπουργεία δεν έχουν δημοσιεύσει κανένα κατάλογο με δαπάνες που κόπηκαν ή περιορίστηκαν. Για παράδειγμα, ο κ. Παπανδρέου θα όφειλε να ζητήσει άμεσα την περικοπή δαπανών στην Τοπική Αυτοδιοίκηση λόγω και της προεκλογικής περιόδου στην οποία έχουμε ήδη εισέλθει και όπως όλοι μπορούν να παρατηρήσουν αν προσέξουν τα έργα για νέα… πεζοδρόμια που εκτυλίσσονται σε όλη την Ελλάδα.

Αν δεν το κάνει είναι γιατί σκέφτεται τη νικηφόρα μάχη που πρέπει να κερδίσει το κόμμα του. Γιατί όμως να πιστέψουμε ότι θα υπάρξει εξοικονόμηση από την κατάργηση πολλών δήμων και του ενδιάμεσου βαθμού αυτοδιοίκησης, όταν οι περιφερειάρχες θα εκλεγούν χωρίς να έχει προσδιορισθεί το ανώτατο επίπεδο μεταφοράς πόρων από τον εθνικό στον περιφερειακό προϋπολογισμό. Αλήθεια, θα πάμε σε εκλογές με τους δημάρχους να μη δεσμεύονται για το ύψος των τελών με τα οποία αρμέγουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Αν μάλιστα ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου πραγματοποιήσει την απειλή του και αυξήσει τις «αντικειμενικές» τιμές, δεν θα πρέπει οι δήμαρχοι και η ΕΥΔΑΠ (για την Αθήνα) να μειώσουν το ποσοστό φορολόγησης;

Οχι μόνο δεν γνωρίζουμε πόσο έχουν μαζευτεί οι δαπάνες του κράτους, αλλά το υπουργείο Οικονομικών δεν μας έχει ενημερώσει για τις επιδόσεις των ΔΟΥ. Το πιο πιθανόν είναι ότι και στους δύο μήνες της νέας διακυβέρνησης επιβεβαιώθηκε η «κατάρρευση του εισπρακτικού μηχανισμού». Φταίει μόνον η καθυστέρηση τοποθέτησης των γραμματέων; Και ποιες «νέες μεθόδους για την αναδιάρθρωση» θα εφαρμόσει ο Λάκωνας αποτυχημένος πολιτευτής κ. Καπελέρης, που από τη θέση του γενικού γραμματέα της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εφοριακών περνά στη γενική γραμματεία της υπηρεσίας ειδικών ελέγχων (γνωστή ως ΣΔΟΕ); Εκτός ίσως από την παλαιά και δοκιμασμένη συνταγή εντοπισμού και κατάλληλου χειρισμού ορισμένων υποκειμένων στη φορολογία!

Στην τετραμηνιαία έκθεση για την οικονομική συγκυρία στην Ευρωζώνη, οι τεχνοκράτες της γενικής διεύθυνσης οικονομικών υποθέσεων, αναζητώντας τις προοπτικές της Ευρώπης στον ορίζοντα του 2020, μέτρησαν τι μπορεί να κερδίσει κάθε χώρα από δύο σημαντικές αλλαγές. Η πρώτη αφορά μια αύξηση στον ανταγωνισμό στις αγορές τελικών προϊόντων και η δεύτερη εξετάζει τις πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις από τη μείωση του κόστους εκκίνησης μιας επιχειρηματικής δραστηριότητας. Και στις δύο περιπτώσεις, η Ελλάδα θα έχει το μεγαλύτερο όφελος και θα δει το εθνικό της εισόδημα να αυξάνεται αναλογικά περισσότερο από όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το συμπέρασμα, εντυπωσιακό, επιβεβαιώνει τον χειρότερο φόβο μας. Είμαστε πίσω ακόμη και από τα πρώην σοβιετικά βαλκανικά κράτη. Βεβαίως, όπως εξηγούν οι ερευνητές, το πλήρες όφελος παρόμοιων μεταρρυθμίσεων κεφαλαιοποιείται σε βάθος δεκαετίας. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι κανείς, πρακτικά, πολιτικός δεν εργάζεται σε αυτό τον ορίζοντα.

Φοβούμαι μάλιστα ότι αυτό ισχύει και στην περίπτωση του στελέχους, που καλείται να καταδιώξει τη φοροδιαφυγή! Φήμες, όπως αυτές που μας συμβουλεύουν να κρατούμε αποδείξεις(!!!), φέρνουν τον κ. Παπακωνσταντίνου να ζητεί εξειδικευμένο υφυπουργό επί των εσόδων. Μήπως είναι ευκαιρία να αναζητηθούν δύο μόνιμοι υφυπουργοί, άξιοι τεχνοκράτες, τους οποίους θα υποστηρίξουν τα μεγάλα κόμματα και των οποίων η αμετάκλητος θητεία θα διαρκεί δύο έτη περισσότερο από την κυβερνητική;



Ανεξάρτητα από τις συζητήσεις που προκαλούν οι υποβαθμίσεις των οίκων αξιολόγησης της διεθνούς αξιοπιστίας του ελληνικού κράτους και, κυρίως, από τις κατ’ αντιστοιχία αυξήσεις στο εν δυνάμει κόστους δανεισμού του Δημοσίου, αμφιβάλλω αν οι εμπορικές τράπεζες τιμολογούν σωστά τα προϊόντα που πωλούν. Και τα δανειακά και τα αποταμιευτικά. Είναι προφανές ότι τα επιτόκια που «τρέχουν»» πελάτες τραπεζών, ιδιαίτερα για στεγαστικά, κυρίως κατά τα προηγούμενα τρία χρόνια, σε καμία περίπτωση δεν καλύπτουν το κόστος αναχρηματοδότησης των τραπεζών.

Δεν θα το καλύπτουν ούτε για τα επόμενα χρόνια. Επομένως, οι τράπεζες, ακόμη και αν οι συγκεκριμένοι δανειολήπτες δεν είναι οπαδοί του κ. Σπυράκου (γνωστού γενικού γραμματέα που «εκδικείται» τις τράπεζες) και επιμένουν να πληρώνουν τις δόσεις των δανείων τους, και πάλι μπαίνουν μέσα. Ελπίζω ότι κάνουν σωστά τους λογαριασμούς τους και να μεταφέρουν όσα κεφάλαια απαιτεί η κάλυψη των ζημιών με τις οποίες επιβαρύνεται το σύστημα αναχρηματοδότησης των πιστώσεών τους.

Σε κάθε περίπτωση, το χρήμα για τις επιχειρήσεις θα ακριβύνει πάρα πολύ για τις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες, στους επόμενους μήνες. Ειδικότερα, αν δεν αλλάξει κάτι σημαντικό στις συνθήκες δανεισμού της χώρας. Και περισσότερο, αν συνεχιστούν οι ακόμη μεγαλύτερες υποβαθμίσεις της δανειοληπτικής ικανότητας των τραπεζών να αποτελούν το απόλυτο συνοδευτικό χαρτί των υποβαθμίσεων που υφίσταται το ελληνικό Δημόσιο.

Ακριβότερο χρήμα σημαίνει μικρότερη ανάπτυξη και, το χειρότερο, υψηλότερο κόστος λειτουργίας. Επομένως, οι επιχειρήσεις θα χρειαστεί να περικόψουν τα κόστη τους περισσότερο από όσο θα το έκαναν για να αντιμετωπίσουν τις συνθήκες ύφεσης στην οποία παραμένει, μέχρι νεωτέρας, η οικονομία μας. Χωρίς νέες πιστώσεις, δεν γίνονται νέες επενδύσεις, άρα, η συνολική κατανάλωση θα συνεχίσει να παραπαίει, αφού και η επένδυση αποτελεί ενδιάμεση κατανάλωση και μάλιστα πολύ σημαντική.

Ούτε όμως και οι ιδιώτες θα είναι σε θέση να συμπληρώσουν τα κενά που θα αφήνουν οι επιχειρήσεις. Με την ανεργία να αυξάνεται με ρυθμούς μεγάλους, τα νοικοκυριά δεν έχουν κανένα λόγο να επεκτείνουν τις καταναλωτικές τους επενδύσεις. Ιδιαίτερα όσες απαιτούν μακροχρόνια δέσμευση. Οπως σημείωσε ο νέος διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας, είναι «υποχρέωση όλων μας να διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού τη συναλλακτική ηθική». Η ορθή αυτή παρατήρηση προφανώς απευθύνεται προς την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Οικονομίας.

Η αγορά υποφέρει κυρίως από τις υπερβολές. Ιδεολογικές, της κυβέρνησης. Αδιαφορία και ξαφνικό «ενδιαφέρον» για την Ελλάδα από τους διεθνείς οίκους. Θα είχε κερδίσει πολλά η χώρα αν ο Γιώργος Παπανδρέου έπαιρνε το χρόνο να εξηγήσει στον διεθνή περίγυρο τις προθέσεις του, το πρόγραμμά του και, ίσως, τη δική του μέθοδο. Η «πριγκιπική» αδιαφορία για όσους «μας κρίνουν αδίκως» και η εξαιρετικά ερασιτεχνική προσέγγιση των 100 πρώτων ημερών, φόρτωσε με κόστος την οικονομία και με περιττό «άγχος» όλους μας. Περιμένουμε, στους δύο επόμενους μήνες, δηλαδή στις επόμενες 100 ημέρες, όλα να πάνε καλύτερα. Η ελπίδα σβήνει τελευταία…



Είναι γνωστό ότι οι παρατάξεις και τα κόμματα δεν μπορούν να προκηρύσσουν γενικές απεργίες», σημείωνε με αγωνία η ΓΣΕΕ την Τετάρτη. Δηλαδή, η πλειοψηφία που έχει το ΠΑΣΟΚ. Οι ίδιοι, είχαν την πρόνοια να θυμίσουν στους εργαζομένους, σε περίπτωση που θα ήθελαν να συμμετέχουν στην ψευδεπίγραφη απεργία, πως «δεν καλύπτονται όσοι δεν ανήκουν στα σωματεία που έχουν προκηρύξει την απεργία», δηλαδή σε όσα συνδικάτα έχει την πλειοψηφία το ΚΚΕ. Αν σας μοιάζουν περίεργα όλα τούτα, σκεφτείτε πως κάποιοι νομίζουν ότι ο Παπανδρέου μπορεί να γίνει Αλέξανδρος Κέρενσκι και, τελικά, το κράτος των σοβιέτ αλά ελληνικά να εγκαθιδρυθεί οριστικά. Ο εμφύλιος δεν έχει τελειώσει ακόμη. Το φροντίζει και η Δεξιά, διευκολύνοντας τη διάλυση του κράτους, ενθαρρύνοντας, στην πράξη, τους εχθρούς της επιχειρηματικότητας, όπως και όσοι «κεντρώοι» μπερδεύουν τον σοσιαλισμό με τα επιδόματα πείνας στους φτωχούς την ώρα που θεριεύει η ανεργία. Δυστυχώς, οι σημερινοί πρίγκιπες της πολιτικής γίνονται επικίνδυνοι, έτοιμοι όπως είναι να συμπαρασύρουν στη δική τους αυτοκτονία και την κληρονομική κοινοβουλευτική δημοκρατία της μεταπολίτευσης.

Ο Γιώργος Παπανδρέου θέλει να πιστεύει πως θα επιτύχει το αδύνατον. Δείχνει αυτό έναν πολιτικό που μπορεί να οραματίζεται πέραν της συγκυρίας. Οι υπόλοιποι εμείς, απλώς δεν μπορούμε. Το πρόβλημα είναι ότι και ο πρωθυπουργός προσφέρει στον κόσμο την εικόνα ενός κράτους που βουλιάζει στη διαφθορά και οι εν Ελλάδι θαυμαστές του Στάλιν εμφανίζονται να επηρεάζουν δυσανάλογα τα πολιτικά πράγματα. Σημασία έχει όμως ποιος δίνει τον τόνο, ποιος βάζει την τελευταία πινελιά! Αν αυτό το κάνει ο «βοσκός» της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ Χρήστος Παπουτσής, σε μια χαρακτηριστική κρίση μέσης ηλικίας. Ή ο Γιώργος Γεωργακόπουλος, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Υπαλλήλων Λιμένων Ελλάδος, που εμφανίζεται να τα παίρνει από τον «αγωνιστή» Γιώργο Ανωμερίτη, για να άρει την πολιορκία της κινεζικής Κόσκο. Ή ο ήδη εκδιωχθείς, άτεγκτος κυνηγός και τώρα δημιουργός σκανδάλων, Ντίνος Ρόβλιας. Ο κ. Παπανδρέου οφείλει να εξηγήσει δημοσίως ότι όλοι αυτοί είναι, απλώς, επικίνδυνοι.

Το πρόβλημα με τον «Γιώργο» είναι η αφοπλιστική αθωότητα με την οποία υπερασπίζεται, ταυτοχρόνως, τον καλύτερο των κόσμων και την κατάρρευση όσων έχουμε γύρω μας. Στο όνομα μιας καλύτερης μέρας, καταστρέφει κάθε παρούσα προσπάθεια. Αν όμως δεν ξεκινήσουμε, σήμερα, να διορθώνουμε τα πράγματα, ο κ. Παπανδρέου δεν θα είναι μαζί μας για να επιτύχουμε το καλύτερο. Αν, για παράδειγμα, στην ανακοίνωση για κάποιους γιατρούς του Κολωνακίου, που κοροϊδεύουν την εφορία και την κοινωνία, είχε δοθεί η λογική συνέχεια, δηλαδή η σύλληψη των παρανομούντων, τότε θα συζητούσαμε επί ρεαλιστικότερης βάσης. Το ίδιο ισχύει και με τα δημόσια οικονομικά. Τώρα πρέπει να μειωθούν δραστικά οι δαπάνες. Μόνον αν επιβληθεί λιτότητα δύο ετών στο ευρύτερο δημόσιο, θα δημιουργηθούν προϋποθέσεις επιτυχίας των διαρθρωτικών αλλαγών. Ο περιορισμός της σπατάλης και η πάταξη της διαφθοράς στα κυκλώματα υγείας δεν θα γίνει μετά την εγκατάσταση του διπλογραφικού συστήματος. Η μετατροπή ορισμένων μεγάλων νοσοκομείων σε αυτόνομους οργανισμούς με εξαίρεσή τους από ορισμένους κανόνες του ΕΣΥ και ο απευθείας ανταγωνισμός τους με τις ήδη κυρίαρχες ιδιωτικές επιχειρήσεις υγείας είναι που θα αλλάξει τη μοίρα του ΕΣΥ και, τελικώς, θα διαφυλάξει ένα σύστημα ίσων ευκαιριών στην υγεία. Είναι ανόητο να πληρώνουμε στους διεθνείς δανειστές μας πανωτόκια επειδή γίναμε, στα μάτια τους, επικίνδυνοι, αντί να κάνουμε όσα -και δεν είναι πολλά- χρειάζονται για να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη: και εσωτερικά και διεθνώς.

Πριν από δύο περίπου χρόνια, σε παλαιότερη κινητοποίηση των λιμενεργατών, η τότε κυβέρνηση είχε κατευθύνει τα καράβια να ξεφορτώνουν στον Αστακό και, για τον λόγο αυτό, εστάλησαν εκεί οι απαραίτητοι τελωνειακοί υπάλληλοι. Εγραφε λοιπόν, τότε, στο blog των εργατών του λιμανιού, κάποιος «ανώνυμος»: «γιατι ρε φιλε μου, υπαρχει τελωνιακος ελενχος στον Αστακο? Η πιατσα βοα οτι καθε τελωνιακος που αποσπατε εκει μιζαρετε προκαταβολικα απο τους παραλήπτες. Το χρήμα απ’ οτι λέγεται είναι πολύ και διαπλεκόμενο» (διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου). Κάτι θα ξέρει ο άνθρωπος, αφού τα δύο αυτά επαγγέλματα δουλεύουν δίπλα δίπλα χωρίς να μοιράζονται όσες εξτρά δαπάνες προσθέτουν έμποροι και εκτελωνιστές στα εμπορεύματα που πρέπει να πάρουν τον δρόμο για την αγορά και τον καταναλωτή.

Το λάθος του Παπανδρέου είναι, αν βεβαίως το πιστεύει, πως πίσω από την ασπίδα προστασίας των αδυνάτων, επιμένει να βάζει και όσους, με οποιονδήποτε τρόπο, δουλεύουν για το τεράστιο κράτος. Δεν το έχουν ανάγκη: οι υπάλληλοι του Δημοσίου είναι οι τυχεροί και μπορούν με άνεση να «στριμωχτούν» μέχρι να περάσει το μεγάλο κύμα της κρίσης. Οσοι πραγματικά υποφέρουν βρίσκονται στην άλλη πλευρά. Αντί να κοιτάζει με τρόμο στους συνοδοιπόρους της φιλοπολεμικής γραμματέως, ας ρίξει στην πλευρά των πολλών το ενδιαφέρον του ο κ. Παπανδρέου κι ας επιτρέψει στην οικονομία να δουλέψει ελεύθερα μήπως και η Ελλάδα δεν χάσει, τελικά, το βαγόνι έστω κι αυτής της δειλής ανάκαμψης.


Παρακολουθούμε την πραγματοποίηση κινδύνων επί κυριαρχικών τίτλων (sovereign risks), έλεγε τις προάλλες ο κ. Μάριο Ντράγκι, πρόεδρος του Συμβουλίου Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας (Financial Stability Board), διεπαγγελματικό όργανο τραπεζών στο οποίο συμμετέχουν κεντρικές τράπεζες και οργανισμοί εποπτείας μεγάλων κρατών (Μεξικό, Γερμανία, Τουρκία, όχι η Ελλάδα), σχολιάζοντας την αναβάθμιση από τη Fitch του κινδύνου των ελληνικών ομολόγων. Ο συγκεκριμένος «κίνδυνος κυριαρχίας» αφορά την περίπτωση μιας χώρας που θα αρνηθεί να σεβαστεί τους όρους δανεισμού της.

«Αν και ένα κυρίαρχο κράτος δεν χρεοκοπεί, έχει τη δυνατότητα να επιβεβαιώσει την ανεξαρτησία του με όποιον τρόπο επιλέξει χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του δανειστή, ο οποίος δεν μπορεί να κάνει τίποτε γι’ αυτό», σημειώνεται στο δικτυακό Business Dictionary. Παρόμοιος κίνδυνος δεν υπάρχει για την Ελλάδα. Ενα μέλος της Ευρωζώνης δεν μπορεί να μη σεβαστεί την υπογραφή του. Αν η Ευρωζώνη πίστευε ότι κάποιο μέλος της δεν τηρεί τους ελάχιστους κανόνες καλής πίστης, θα όφειλε να έχει ειδοποιήσει τις διεθνείς αγορές. Το Σύμφωνο Σταθερότητας, η επιτήρηση και όλα τα συναφή, σε αυτό κατατείνουν.

Είναι εξίσου προφανές ότι τόσο ο πρωθυπουργός όσο και η υπουργός του επί της Οικονομίας κ. Λούκα Κατσέλη γνωρίζουν πολύ καλά τους τυπικούς αυτούς ορισμούς. Αντιλαμβάνονται λοιπόν ότι, ιδιαίτερα σε μια περίοδο παρατεταμένης κρίσης στο κέντρο του χρηματοπιστωτικού συστήματος και ενώ η Ελλάδα, όπως και άλλα μεγάλα κράτη, έχει στηρίξει το μετοχικό κεφάλαιο των ελληνικών τραπεζών με χρήματα των φορολογουμένων (αν και πολύ λιγότερα από όσα νομίζουν οι πολλοί…), είναι ανόητο να επιτίθενται νομοθετικά στην αξιοπιστία των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Η κ. Κατσέλη είναι άνθρωπος καλών προθέσεων. Διαθέτει σπουδαία οικονομική παιδεία (από τρία αμερικανικά πανεπιστήμια), δίδαξε στο Yale και το Birbeck, επικεφαλής του Κέντρου Ανάπτυξης του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και μέλος του ΠΑΣΟΚ από το 1976. Ολα τα παραπάνω, όπως θα περίμενε κανείς, θα έπρεπε να τη βοηθούν περισσότερο όταν σχεδιάζει μια μείζονα νομοθετική πρωτοβουλία, όπως αυτή με την οποία φιλοδοξεί να εθνικοποιήσει μέρος των εργασιών του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Οσοι παρακολουθούν με τη δέουσα προσοχή την εξέλιξη της διεθνούς κρίσης, γνωρίζουν δύο ουσιαστικά στοιχεία: πρώτον, η κρίση δεν παρήλθε, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα βιβλία των τραπεζών. Διασταυρωμένες εκτιμήσεις μας επιβεβαιώνουν ότι μόνον οι μισές από τις ζημίες και τα δυσμενή στοιχεία που έχουν στους ισολογισμούς τους οι τράπεζες, έχουν εμφανιστεί. Δεύτερον, ολοένα και περισσότερες ενδείξεις, αναφέρουν ότι οι κεντρικές τράπεζες θα ξεκινήσουν ενωρίτερα από όσο είχε αρχικώς υπολογιστεί την επαναφορά των επιτοκίων τους σε επίπεδα ικανά να αποτρέψουν τον κίνδυνο πληθωρισμού από τα τεράστια χρέη που εξέδωσαν τα κράτη στην περίοδο της έντονης κρίσης. Ο κίνδυνος κρατών που δεν θα μπορέσουν να αυξήσουν τόσο γρήγορα τα έσοδά τους όσο γρήγορα εξέδωσαν κρατικά ομόλογα στην περίοδο έντονης ανάπτυξης και έντονης κρίσης, είναι σημαντικός και απαιτεί τρομερή χρηματοπιστωτική πειθαρχία.

Είναι σωστό ότι η δουλειά που σήμερα κάνουν μόνες τους οι τράπεζες, όταν ρυθμίζουν χρέη σε περιπτώσεις δυσκολιών ή πλήρους αδυναμίας των δανειοληπτών, ιδιωτών και επιχειρήσεων, θα μπορούσε να υποστηριχθεί από το κατάλληλο νομικό πλαίσιο. Αν αυτή ήταν η πρόθεση της κ. Κατσέλη, δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Μάλιστα, διαβεβαιώνει η ίδια ότι με το νομοθέτημα, οι τράπεζες θα πάρουν κάποια χρήματα εκεί που δεν θα είχαν καμία ελπίδα να κάνουν οτιδήποτε μπροστά σε πτωχούς πελάτες. Γιατί τότε δεν μπορεί να πείσει τους επαγγελματίες των τραπεζών; Προφανώς ξέρουν τα λάθη που οι ίδιες έχουν κάνει. Ξέρουν, όμως, όπως κάθε άλλος, ότι κανείς δεν λείπει από ένα πάρτι όταν οι διοργανωτές υπόσχονται τζάμπα χρήμα, άρα και όσοι πληρώνουν ακόμη, τώρα καλούνται να σταματήσουν.

Ολα αυτά, μοιάζουν περισσότερο με τη διαφθορά της (καλής) πίστης, των (καλών) δανειοληπτών και, τελικώς, της αποσάθρωσης του (καλού) τμήματος του τραπεζικού μας συστήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τράπεζες δεν είχαν καμία ευκαιρία να εκθέσουν σε βάθος τα επιχειρήματά τους, να εξηγήσουν τις αγωνίες τους και να αντιληφθούν η κυβέρνηση δεν χειρίζεται τα πράγματα των τραπεζών ως κάποιος εικονικός ιδιοκτήτης των τραπεζών. Οταν μάλιστα ο ξαφνικός εξαναγκασμός σε παραίτηση του πρώην προέδρου της Εθνικής Τράπεζας Τάκη Αράπογλου συμπίπτει με κινήσεις υποβάθμισης της ελληνικής πίστης (έκθεση Fitch για τις τράπεζες) είναι μάλλον αφελές να αναρωτιόμαστε γιατί οι εκπρόσωποι της διεθνούς πίστης καθιστούν τις δικές τους ανησυχίες, δημόσιες.

Η ζημία που ήδη προξενεί στην οικονομία και στους τίμιους πελάτες των τραπεζών η πολιτική εξυπηρέτηση όσων αγνοούν τις υποχρεώσεις τους ισοδυναμεί με διασπάθιση των αποταμιεύσεων και της συναλλακτικής ηθικής. Οταν η κυβέρνηση λειτουργεί ως διαφθορέας, ακούγεται υποκριτικό να ζητεί από τους άλλους να συμπαραταχθούν στην εθνική μάχη με τη διαφθορά. Είναι απλούστερο να παύσουν να εμπιστεύονται τα χρήματά τους στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Ευτυχώς, υπάρχει ακόμη ελευθερία κίνησης κεφαλαίων.


Οι καίριες παρεμβάσεις του νομικού, τραπεζίτη και πολιτικού, που βρέθηκε στο τιμόνι της Εθνικής Τράπεζας επί μία οκταετία

«Ξανά στον χάρτη»,  επιμέλεια – εισαγωγή: Α. Καμάρας, εκδ. Ποταμός, σελ. 271

O Θόδωρoς Καρατζάς ανήκει στην ολιγομελή οικογένεια Ελλήνων λειτουργών που υπηρέτησαν τον αυτοσεβασμό του κράτους, την κοινωνική και οικονομική οργάνωση, αλλά και την παρέμβαση των διανοουμένων στην πορεία της κοινωνίας μας. Νομικός, τραπεζίτης και πολιτικός, με αυτή τη σειρά, υπήρξε σταθερός στο μέτρο των αρχών του, χρήσιμος επομένως για να κρίνουμε εμείς με το δικό του μάτι, όσα συνέβησαν σε μια περίοδο κατά την οποία ο Καρατζάς εκφράστηκε δημοσίως.

Η συγκρότηση ενός τόμου από τις εκδόσεις «Ποταμός», με τις βασικές παρεμβάσεις του στα κοινά, μαζί με τις εξειδικευμένες ομιλίες του σε ζητήματα της Εθνικής Τράπεζας, διοικητής της οποίας υπήρξε από το 1996 μέχρι τον θάνατό του, η εξαιρετική ομιλία του με θέμα «Η χρηματοδότηση του θαλάσσιου εμπορίου στον Δημοσθένη» και γενικότερα η συγκατοίκηση σκέψεων για την τραπεζική και την εκπαίδευση, δίνουν την ευκαιρία για σκέψεις, επικαιρικές και ιστορικές.

Εκτιμώ αφάνταστα τους δημόσιους άνδρες στη στάση των οποίων έναντι των εξελίξεων διακρίνεις τις γραμμές που τους διαπερνούν. Παρόμοια στάση απαιτεί μακρόπνοη σκέψη και επιμονή. Ο Θ. Καρατζάς διέθετε και τα δύο, χωρίς πάντως να τον θυμάται κάποιος από τους στενότερους συνεργάτες του προσκολλημένο. Θα μπορούσε να είναι. Η γενιά του (1930-2004), με την παιδεία του πολέμου στο ξεκίνημά της, με την ευθύνη της εντατικής μεταπολεμικής προσπάθειας, με την απογοήτευση που φέρνουν οι συνεχείς αποτυχίες των εκσυγχρονιστικών πρωτοβουλιών, γνώριζε καλά πόση επιμονή χρειάστηκαν όσα σταδιακά συμπλήρωσαν την ευρωπαϊκή πορεία ενός μισοάδειου εκσυγχρονισμού.

Σε μία από τις δύσκολες στιγμές της δημόσιας πορείας του, στην αρχές της δεκαετίας του ’90, ο Καρατζάς σχεδιάζει ένα τρίγωνο κινδύνου για τη χώρα: πληθωρισμός, ανικανότητα, διαφθορά (σελ. 161-165). «Ας εγκαταλείψουμε την προσφιλή μας μέθοδο να μιλάμε για ανικανότητα του ενός ή του άλλου κι ας παραδεχθούμε την πικρή αλήθεια ότι η ανικανότητα είναι συλλογική», σημειώνει προκειμένου να εξηγήσει πώς μια τόσο παρατεταμένη κρίση γίνεται αποδεκτή από την πολιτική ηγεσία του τόπου. Η πρακτική γνώση των διεργασιών στην οικονομία και την κοινωνία που διαθέτει ως εξαίρετος νομικός, η εμπειρία που έχει αποκτήσει από την τραπεζική μεσολάβηση σε έναν οργανισμό με ειδική παρουσία (ΕΤΕΒΑ) και η συστηματική δουλειά του για την «απελευθέρωση με μέτρο» του πιστωτικού συστήματος, στα πλαίσια της επιτροπής που συγκροτεί ο Κώστας Σημίτης ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας το 1986, οδηγούν τις σκέψεις και ανασυντάσσουν τις προτεραιότητές του.

Pιζοσπαστική πρόταση

Η σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας δεν εξαντλείται στην επιλογή κατάλληλων τεχνικών για την οικονομική πολιτική. Μόνον αν «αποκτήσουμε μια ικανή ηγεσία με κοινωνική ήθος (θα) μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το τεράστιο πρόβλημα της οικονομικής αστάθειας και της καθυστέρησης», υπογραμμίζει. Η καλή γνώση της δημόσιας διοίκησης τον παροτρύνει να επιμένει. Το κράτος «δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις σημερινές ανάγκες (γιατί) δεν έχει παραστάσεις για το σύγχρονο, δεν έχει φαντασία για το μέλλον». Ρεαλιστής, κεντρώα προσωπικότητα με την επίκαιρη έννοια στον αστικό μεταπολεμικό εκσυγχρονισμό, συνομιλητής του Γεωργίου Μαύρου, τον οποίο έχει ακολουθήσει στην προσέγγιση με τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο Καρατζάς διατυπώνει αυτό που θα έπρεπε να γίνει. Ριζοσπαστικό θα ήταν «να φτιαχτεί μια νέα ευέλικτη παράλληλη διοίκηση χωρίς τα συντεχνιακά προνόμια της σημερινής και η υπάρχουσα διοίκηση να αφεθεί να εκπνεύσει φυσιολογικά», γράφει, για να παραδεχτεί πάντως ότι υπάρχουν ενδιάμεσες λύσεις.

Η έννοια των κοινών στόχων, της ηθικής ανταμοιβής και της πειθούς συνοδεύει την πεποίθησή του, όπως το θύμισε τις προάλλες ο Θόδωρος Πανταλάκης, εκ των στενών συνεργατών του αναφερόμενος στη «γενναιόδωρη απόδοση αυτονομίας και τη θαυμαστή αυτοσυγκράτηση στην επιβολή της εξουσίας (εκ της θέσεώς) του». Τα κείμενα κάτω από τον τίτλο «Ξανά στον Χάρτη» θυμίζουν ακριβώς αυτό τον σεβασμό που στηρίζεται στην αποδοχή της προσωπικότητας, αφού «μετά τη γενική παιδεία, έρχεται η εκπαίδευση». Πώς όμως; Η παιδεία δεν έρχεται ως «άσκηση πίεσης στους εκπαιδευόμενους» αλλά προϋποθέτει «σύγχρονους παιδευτές και δασκάλους».

Ανοιξε δρόμους

Βεβαίως, τα περισσότερα κείμενα στον τόμο που φρόντισε ο Αντώνης Καμάρας ασχολούνται με την οικονομία. Ειδικότερα, καθώς η εικοσαετής περίοδος που καλύπτουν υπήρξε γεμάτη ανατροπές, δυσκολίες αλλά και κατακτήσεις. Ο Καρατζάς γνωρίζει και σημειώνει με αμεσότητα το σημείο εκκίνησης της κοινωνίας: «Συνηθισμένη στη μιζέρια της μικρής κλειστής οικονομίας και στην προστασία που το κλειστό σύστημά της παρείχε, δεν φαίνεται να έχει αποδεχθεί το άνοιγμα της οικονομίας μας ως αγαθό αλλά ως κίνδυνο». Πολεμιστής της διάνοιξης δρόμων προς τον ευρύτερο ορίζοντα, παραδέχεται -όχι χωρίς λύπη- πως το άνοιγμα, που συνόδευσε την ενσωμάτωση στην οικονομική και κοινωνική ένωση και το ευρώ, «αντί να αποτελέσει έναυσμα δημιουργικής δραστηριότητας, υπήρξε αφορμή συσπείρωσης των συντεχνιακών συμφερόντων σε αμυντική συμμαχία».

Ο τόμος συμπληρώνεται με κείμενα για τον Θοδ. Καρατζά των Λουκά Παπαδήμου, Γιάννη Κωστόπουλου, Josef Ackermann, Mario Botta, Νικηφόρου Διαμαντούρου, Νίκου Καραμούζη, αλλά και την τοποθέτησή του στο ιστορικό μέτρο από τον καθηγητή και ιστορικό της Εθνικής Τράπεζας, Γιώργο Παγουλάτο, ο οποίος σημειώνει: «Πέτυχε να θωρακίσει και να εμπεδώσει τα αποτελέσματα της πολιτικής του, τόσο απέναντι στις ενεργές κατά τον χρόνο εκείνο αντιστάσεις (κύκλοι του κυβερνώντος κόμματος, αντίπαλα επιχειρηματικά συμφέροντα) όσο και απέναντι στον κύκλο της πολιτικής εντροπίας».


Πόσο θα μας κοστίσουν οι δογματισμοί του γενικού γραμματέα Καταναλωτή στο υπουργείο Οικονομίας, δικηγόρου και πρώην στελέχους γνωστής καταναλωτικής οργάνωσης; Στους μπαταχτσήδες καθόλου. Πιθανόν θα αναζητήσουν τρόπους για να εκφράσουν στον κ. Δημήτρη Σπυράκο την ικανοποίησή τους. Οι άνθρωποι δεν είναι αχάριστοι. Το ίδιο θα κάνουν και οι συνάδελφοι του γραμματέα, αφού τώρα και με το νόμο, όποιος δεν θέλει να πληρώσει τα χρέη του θα περνάει από το ταμείο των καταναλωτικών ενώσεων και των «εξειδικευμένων» δικηγόρων, που θα αναλάβουν το θεάρεστο έργο της σωτηρίας των χαμένων καταναλωτικών ψυχών.

Ο δογματισμός είναι κακός σύμβουλος. Αποτελεί δείγμα αξιοσύνης του συμπαθούς συνεργάτη του κ. Μιχ. Χρυσοχοΐδη, όταν υποσχόταν τη φθηνότερη βενζίνη της Ευρώπης, το διδακτορικό του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης. Δεν δικαιολογεί όμως τη νομοθεσία διά αντιγραφής. Ακόμη και ως αντιγραφέας του γερμανικού νόμου, ο κ. Σπυράκος γνωρίζει ότι, ενώ για τους Γερμανούς αποτελεί ντροπή να χρωστούν και να μην μπορούν να αποπληρώσουν, για τους εν Ελλάδι αδελφούς αποτελεί «δικαίωμα».

Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα θα ήταν μικρό εάν η ηγεσία του υπουργείου και σύμπασα η κυβέρνηση έβαζαν από την τσέπη τους όσα θα χρειαστούν για να τη γλιτώσουν οι πονηροί κακοπληρωτές, μαζί με πολύ λιγότερους πράγματι σε ανάγκη ευρισκόμενους συμπολίτες μας. Ομως, τα χρήματα που θα κοστίσει η επιχείρηση «εγώ ο καλός κυβερνήτης που σας χάρισα τα δάνειά σας», θα τα βάλουν οι αποταμιευτές, οι καλοπληρωτές, οι μέτοχοι και όλοι όσοι θα δανειστούν στο μέλλον από τις τράπεζες.

Τι συμβαίνει όταν οι τράπεζες χάνουν από κάποια πλευρά χρήματα, είναι γνωστό. Το κόστος μοιράζεται σε όλους τους άλλους. Μια τράπεζα που «πέφτει έξω» δεν μοιάζει σε τίποτε με μια επιχείρηση που φαλιρίζει. Επειδή ακριβώς η τράπεζα διαχειρίζεται χρήματα που ανήκουν σε κάποιους, στους καταθέτες και τους επενδυτές, ό, τι γράφει ως ζημιά το μοιράζει σε ολόκληρο το σύστημα. Το κόστος της τραπεζικής αποτυχίας περνάει στα επιτόκια και από εκεί στις τιμές και σε ολόκληρη την οικονομία.

Ενα ακόμη χαρακτηριστικό του δογματισμού αλλά και της βιασύνης του υπουργείου είναι ότι αγνοήθηκαν ακόμη και οι κοινής λογικής παρατηρήσεις των τραπεζών, γεγονός που καθιστά ύποπτη όλη τη διαδικασία της ανοικτής διακυβέρνησης, αφού φαίνεται ότι οι υπεύθυνοι για τη διαβούλευση καθοδηγούνται από ένα ιδιότυπο «μίσος». Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα ανώτατα τραπεζικά στελέχη που τοποθετήθηκαν από την κυβέρνηση, κατά σατανική σύμπτωση, τις ίδιες αυτές ημέρες, βρίσκονται σε εξαιρετικά δυσάρεστη θέση. Θα διασφαλίσουν τα συμφέροντα των τραπεζικών οργανισμών ή θα κάνουν πλάτες στα πολιτικά σχέδια της κυβέρνησης; Αν σήμερα δεν προβάλουν δημοσίως τις απόψεις που ευγενικά υπέβαλαν στο opengov. gr, για να πετάξει ο κ. Σπυράκος στο καλάθι των αχρήστων, πώς θα απαντήσουν αύριο στις γενικές συνελεύσεις των μετόχων τους; Και, τελικά, πώς θα καλύψουν τη ζημιά όταν θα ρωτηθούν από τους διεθνείς αναλυτές, στους οποίους απευθυνόμαστε για να μας εμπιστευθούν τα κεφάλαιά τους; Ας το εξηγήσουν, τουλάχιστον, στους πελάτες, που τους εμπιστεύονται (ακόμη) τις αποταμιεύσεις τους!



Υπό τον τίτλο «Εκτακτη οικονομική ενίσχυση κοινωνικής αλληλεγγύης, έκτακτη εισφορά κοινωνικής ευθύνης των μεγάλων επιχειρήσεων και της μεγάλης ακίνητης περιουσίας και άλλες διατάξεις», ψηφίστηκε ο σχετικός νόμος από τη Βουλή. Βεβαίως από τις δύο μεγάλες παρατάξεις, ΠΑΣΟΚ και Ν. Δ., που δεν θα άφηναν ποτέ ο ένας στον άλλο την επικαρπία της κοινωνικής ελεημοσύνης με ξένα (των φορολογουμένων, δηλαδή) χρήματα.

Βεβαίως με την αμήχανη λευκή αποχή του ΣΥΝ και την ορθή (κι ας διατυπώνεται σχιζοφρενικά) αντίρρηση του ΚΚΕ. Κάποτε, όμως, θα πρέπει να καταργηθούν νομοθετήματα που μας εκθέτουν όλους: πολίτες, κράτος και πολιτικούς. Ενα κράτος που σέβεται την υπόστασή του και τους πολίτες – φορολογούμενους δεν έχει κανένα λόγο να καταφεύγει σε έκτακτες ενισχύσεις. Αν και το ΠΑΣΟΚ, που θα έπρεπε να βρίσκεται πλησιέστερα στις ευρωπαϊκές σοσιαλδημοκρατικές παραδόσεις, έχει κυβερνήσει τόσο πολλά χρόνια το κράτος, δεν οργάνωσε τις απαραίτητες δομές για ένα άξιο λόγου κράτος πρόνοιας.

Ούτε όμως και η λαϊκή δεξιά, που επίσης είχε την ευκαιρία να προωθήσει έναν κοινωνικό φιλελευθερισμό, τον οποίο τώρα επικαλείται ο Αντώνης Σαμαράς. Αυτό όμως δεν δικαιολογεί γιατί η ενίσχυση αφορά μόνον όσους μισθωτούς και αγρότες δηλώνουν μέχρι (αναλόγως παραλλήλων κριτηρίων) 15.000 ευρώ και όχι όλους όσοι έχουν παρόμοια δήλωση. Προφανώς, στο υπουργείο Οικονομικών αντιλαμβάνονται ότι η φορολογική δήλωση δεν αποτελεί τεκμήριο αληθείας.

Ομως, φοροφυγάδες δεν υπάρχουν μόνον μεταξύ επιτηδευματιών, επιχειρηματιών, ελευθέρων επαγγελματιών και εισοδηματιών, αλλά και στους μισθωτούς και στους αγρότες. Επιπλέον, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα χρήματα αυτά θα μεταφερθούν στην κατανάλωση, άρα στη στήριξη της χειμαζόμενης οικονομίας. Ομως, εξίσου αληθές είναι ότι τα χρήματα αυτά θα πάνε προς εξόφληση τόκων και νέες δόσεις πλαστικού χρήματος, σε τζόγο για «Στοίχημα» ή θα διατεθούν στην πράσινη τσόχα των καφενείων όπου ψυχαναλύονται οι ήδη επιδοτούμενοι αγρότες μας.

Η κυβέρνηση μοιράζει ψιλά στους πολλούς, ενώ κάποιοι -ευτυχώς λιγότεροι- χρειάζονται χειροπιαστό χέρι βοήθειας.

Σε περίοδο κρίσης, θα ήταν λογικό για μια κυβέρνηση να φροντίσει για την ενίσχυση της εργασίας και της επιχειρηματικότητας. Θα ήταν επίσης λογικό να κρατήσει χρήματα για την ενίσχυση επενδύσεων, από τις οποίες θα προκύψουν οι επόμενες θέσεις εργασίας. Θα ήταν καλύτερο αν το ποσό που τελικά θα διαθέσει (που δεν φαίνεται να το γνωρίζει με ακρίβεια, αλλά μπορεί να πλησιάσει μία εκατοστιαία μονάδα του ΑΕΠ) το αφαιρέσει από το δημόσιο χρέος. Στην Ελλάδα, όπου «είσαι ό, τι δηλώσεις», το επάγγελμα του επιδοματία ενισχύεται συνεχώς από το κράτος των πολιτικών. Ξεχνούν όσοι υποστηρίζουν παρόμοιες πολιτικές ότι οι φορολογούμενοι που καλούνται να πληρώσουν το φιλοδώρημα που «ρίχνουν» οι κυβερνήτες «μας» στους φτωχούς «μας» το έχουν και αυτοί υπολογισμένο μέχρι τελευταίας δεκάρας.

Αν ήθελε ο Γιώργος Παπανδρέου να κάνει μια γενναία πράξη αναδιανομής, θα μπορούσε να υποσχεθεί πως θα διαθέτει για την ενίσχυση των συστημάτων πρόνοιας ένα ποσοστό από τα έσοδα του κράτους από την πάταξη της φοροδιαφυγής.