Διώξτε τις δαπάνες από το κράτος
Κανείς, προφανώς, δεν γνωρίζει πόση είναι η «μαύρη» ανεργία. Ούτε καν υπάρχει τέτοιος όρος. Θα έπρεπε! Ειδικά τώρα που η οικονομία έχει περιπέσει στην ύφεση. Δεν πρόκειται, άλλωστε, για τίποτε διαφορετικό από τη μαύρη «εργασία». Η αμφισβήτηση των στοιχείων για την ανεργία, όπως τη μετρά η Στατιστική Υπηρεσία, ειδικά όταν γίνεται με την ασάφεια που το έπραξε -προεκλογικώς τουλάχιστον- το Ινστιτούτο Εργασίας υπό τον Σάββα Ρομπόλη, προφανώς στηρίζεται σε αυτόν ακριβώς τον υπολογισμό. Ενας πολύ μεγάλος αριθμός εργαζομένων έχει χάσει, λόγω της ύφεσης, το εισόδημα από τη δεύτερη δουλειά του.
Σε μεγάλο βαθμό, η μαύρη εργασία ταυτίζεται με όσους βρίσκονται στην περιοχή μεταξύ ορίου φτώχειας (περί τις 6.000 ευρώ) και αφορολόγητου ποσού για νοικοκυριό δύο ατόμων με ένα παιδί (30.000 ευρώ). Ενα πολύ μεγάλο μέρος όλων αυτών των «φορολογουμένων» στοχεύει το φιλάνθρωπο επίδομα, που μοίρασε ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου. Χωρίς βεβαίως να ρωτήσει όσους πληρώνουν τους φόρους και, κατά τεκμήριο, φοροδιαφεύγουν ελάχιστα μπροστά στους μικρούς και τους μεγάλους.
Ποτέ δεν συμπάθησα τα κρατικά επιδόματα. Κατά κανόνα, πρόκειται για πεταμένα λεφτά, που χρησιμοποιούν οι πολιτικοί για να κερδίσουν «επιρροή», σε βάρος του κράτους και της οικονομίας. Κατά κανόνα, ωφελείται το εμπόριο, μέσω του οποίου θησαυρίζει ένα εξαιρετικά μεγάλο μέρος της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Η καλύτερη απόδειξη είναι ότι ο πληθωρισμός διατηρείται υψηλός ακόμη και σε περίοδο ύφεσης.
Από τα χρήματα που πηγαίνουν για «κοινωνική πολιτική», ψίχουλα μόνον φτάνουν στην ελληνική παραγωγή, αφού τα «λαϊκά και φθηνά» προϊόντα εισάγονται. Βεβαίως, ένα σοβαρό κράτος θα έπρεπε να δίνει σοβαρά επιδόματα. Για τα παιδιά, για παράδειγμα. Στην ανεργία, όπου δεν καλύπτεται το πραγματικό εισόδημα. Δυστυχώς όμως, το ελληνικό κράτος-πρόνοιας δεν συγκροτήθηκε ποτέ, πέραν ορισμένων ενεργειών που αφορούν στην ακραία φτώχεια.
Η κατάσταση αυτή αφορά τις περισσότερες κρατικές δαπάνες. Αν εξαιρέσουμε εκείνες που αφορούν σε ασφάλεια, άμυνα και κεντρική διοίκηση, για τις οποίες απαιτείται ξεχωριστή μελέτη. Το σύνολο, σχεδόν, των υπολοίπων δαπανών, πρέπει να επανεξετασθεί. Και ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό είναι να αποκεντρώσουμε το σύστημα διαχείρισής τους.
Από καιρό πιστεύω ότι μόνον στο επίπεδο της τοπικής κοινωνίας ο πολίτης μπορεί να ελπίζει ότι θα ελέγξει την αποτελεσματικότητα των δαπανών. Κάποιοι αντιτείνουν ότι διαφθορά και κακοδιαχείριση είναι μεγαλύτερες στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Είναι, αλλά, ακόμη κι έτσι, πολύ ευκολότερα θα αντιληφθεί και θα παρακολουθήσει ο πολίτης τη διαχείριση των συλλογικών πόρων, όταν αυτό συμβαίνει δίπλα του και σε μέγεθος προσιτό προς τις δικές του γνώσεις και εμπειρίες. Εξάλλου, η διεύρυνση των Δήμων με τον Καποδίστρια ΙΙ, επιβεβαιώνει την ανάγκη μεταφοράς ενός ολοένα μεγαλύτερου μέρους του κράτους, στην περιφέρεια. Με την προϋπόθεση ότι θα επιβληθούν αμείλικτα οι κανόνες διαφάνειας, λογιστικής παρακολούθησης και απολογισμού. Η ανάμειξη της κεντρικής κυβέρνησης πρέπει να περιοριστεί στην επεξεργασία και προσφορά ενός γενικού πλαισίου, την οργάνωση των κεντρικών κατευθύνσεων και, βεβαίως, τον δευτεροβάθμιο έλεγχο. Οι τοπικές κοινωνίες πρέπει να ενηλικιωθούν.
Υποχρεωτική παιδεία, πρωτογενής υγειονομική φροντίδα, διαχείριση του περιβάλλοντος, στοιχειώδεις παροχές πρόνοιας και άλλα παρόμοια, πρέπει να προσφέρονται σε επίπεδο αποκεντρωμένο. Μάλιστα, οι σύγχρονες αντιλήψεις προτείνουν τη δημιουργία μεικτών εταιρειών. Ικανών να διαχειρίζονται τις υπηρεσίες που σήμερα έχει αναλάβει ένα δύσμορφο και σπάταλο κράτος-Λεβιάθαν.
Η Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες έχουν μακρά εμπειρία διαχείρισης των προβλημάτων σε ένα διευρυμένο τοπικό επίπεδο, από την εποχή που το κράτος ήταν είτε πολύ μακριά, είτε πολύ φτωχό για να αναλάβει παρόμοιες ευθύνες. Η επαναφορά πολλών από τους κανόνες που έκαναν εκείνες τις κοινωνίες των πολιτών αποτελεσματικότερες και δικαιότερες, είναι η απάντηση στα κράτη που ενώ εμφανίζονται παντοδύναμα, αδυνατούν στην πράξη να οργανώσουν την οικονομική διαχείριση των συλλογικών πόρων.
Ενα νέο συνεργατικό δίκτυο κρατικών υπηρεσιών μπορεί να δημιουργήσει σχέσεις εμπιστοσύνης με τον πολίτη-φορολογούμενο, να πολλαπλασιάσει την ανάμειξη και τη δύναμη των ενεργών πολιτών και, τελικώς, να βελτιώσει την απόδοση των εσόδων που χρειάζεται η λειτουργία ενός πραγματικά κοινωνικού, δηλαδή κοινόχρηστου, δικτύου υπηρεσιών. Το κεντρικό κράτος μπορεί να συντηρήσει την παρουσία του με την υποχρεωτική μετοχική συμμετοχή του σε Εταιρείες Αμοιβαίου Συμφέροντος, οι οποίες πάντως θα μπορούν να διαχειριστούν πόρους που προέρχονται από το Κράτος, τον Δήμο και τον Πολίτη, ώστε να παρακινηθεί η εκπληκτική δύναμη της προσωπικής προσφοράς.
Αν θέλουμε κάποτε να αποκτήσουμε υπεύθυνο κράτος, δεν χρειαζόμαστε περισσότερους κρατικούς υπαλλήλους και πιο αυταρχικές κεντρικές υπηρεσίες. Αλλά υπεύθυνους πολίτες. Πιστεύω ακράδαντα ότι ο πολίτης νοιάζεται για τα κοινά ειλικρινώς όταν πληρώνει γι’ αυτά. Και στην τοπική κοινωνία η συμβολή θα είναι αναλογική όμως, το χέρι στην τσέπη, θα το βάζουν όλοι. Χωρίς πολιτικό «αφορολόγητο»!
Filed under: Πολιτική | Leave a Comment
Ισως μία από τις μεγαλύτερες μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσε να επιχειρήσει μια κυβέρνηση που ειλικρινώς θέλει να προσφέρει στον τόπο είναι η κατάργηση της προνομιακής προστασίας που απολαμβάνουν για την εργασία τους όλοι, οι περισσότεροι απασχολούμενοι του απαράδεκτα διευρυμένου δημόσιου τομέα. Προσοχή, μη μπερδευτείτε, δεν προτείνω να αλλάξει κάτι στη συνταγματική κατοχύρωση της διά βίου απασχόλησης των δημοσίων λειτουργών.
Αλλού είναι το θέμα. Αντί να αυξάνουμε τις «οργανικές» θέσεις για να βολέψουμε όσο περισσότερους γίνεται, να περιορίσουμε τον αριθμό των δημοσίων λειτουργών στις λίγες και απαραίτητες, που θα δικαιολογούσε το απαραίτητο κράτος. Η πρόταση είναι απλή και επανεισάγει στη ζωή της χώρας δύο σπουδαία χαρακτηριστικά δικαιοσύνης. Πρώτον, τη δημοκρατική ισορροπία μεταξύ οργανισμών παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών, δηλαδή μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Και δεύτερον, αποκαθιστά την ισοπολιτεία ευκαιριών και ανταμοιβής μεταξύ των πολιτών. Με μια, τελικά, εξαιρετικά απλή αλλαγή, το καθεστώς απασχόλησης, πληρωμής και συνταξιοδότησης όλων των εργαζομένων στο κράτος και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα θα εξομοιωθεί με εκείνο που ισχύει, σήμερα, για όλους τους λοιπούς εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα. Οι λίγοι θα ακολουθήσουν τους πολλούς. Ενα πρότυπο συμβόλαιο παροχής εργασίας και υπηρεσιών, η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση, ένα πλαίσιο κανόνων εργασίας, όπως ισχύει και εξελίσσεται η εργατική νομοθεσία. Κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί ισχύει, σήμερα, ένα τόσο διαφορετικό καθεστώς. Γιατί υπάρχουν εργαζόμενοι πολίτες δύο ταχυτήτων και, το χειρότερο, δύο κατηγοριών.
Η αλλαγή είναι ευκολότερη από όσο φοβούνται οι πολιτικοί μας. Φτάνει να εφαρμοστεί πραγματικά το νομικό πλαίσιο που ήδη διαθέτουμε. Σημειώνω ξεχωριστά τον πλέον πρόσφατο και (σχεδόν) εξαιρετικό νόμο (γνωστός στους συνδικαλιστικούς κύκλους των ΔΕΚΟ ως «νόμος Αλογοσκούφη»). Η σχετική ρύθμιση ψηφίστηκε το 2005 και ορίζει πως όσοι, μετά το έτος αυτό, προσλαμβάνονται στις ΔΕΚΟ θα εργάζονται με διαφορετικό καθεστώς από τους παλαιότερους. Συγκεκριμένα, με το άρθρο 17 του Ν. 3429/2005 ορίστηκαν τα εξής: «Οι (δημόσιες) ανώνυμες εταιρείες μπορούν να προσλαμβάνουν το πάσης φύσεως προσωπικό με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου μετά από δοκιμαστική περίοδο ή μη». Αραγε, ο Γιώργος Παπανδρέου και η κυβέρνησή του θα καταργήσουν, στην πράξη και στη Βουλή, την πρόβλεψη αυτή ή θα την εφαρμόσουν ως έχει; Αν κάποιοι απορείτε πώς είναι δυνατόν να υπάρχει κάτι τέτοιο και αν έχει μέχρι τώρα εφαρμοστεί σε κάποια «σκοτεινή» γωνιά του Δημοσίου, μάθετε πως «ναι», και υπάρχει και έχει εφαρμοστεί. Στον ΟΤΕ, από την καλή και στο Λιμάνι (ΟΛΠ) από την ανάποδη. Στην τελευταία περίπτωση, ειδικός νόμος φρόντισε να εξαιρέσει τους υπαλλήλους του λιμανιού από τις ρυθμίσεις αυτές, μη τυχόν και συναινέσουν στην εφαρμογή της σύμβασης με τους Κινέζους. Από την άλλη, τώρα που μιλάμε, στη ΔΕΗ, αν σωστά θυμάμαι, ενώ έχει ολοκληρωθεί η επιλογή, υπό την εποπτεία του ΑΣΕΠ, πολλών εκατοντάδων υποψηφίων υπαλλήλων, μένει να οριστικοποιηθεί η πρόσληψή τους. Με ποιο καθεστώς;
Με εκείνο που προτιμούν οι συνδικαλιστές; Ή, όπως λέει ο νόμος, που ορίζει ότι οι νέες συμβάσεις «διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που ρυθμίζουν τις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα»;
Filed under: Πολιτική | Leave a Comment
…Εμπιστοσύνη χωρίς χρώμα
Oι σχέσεις μεταξύ συνδικαλιστών και κυβερνητικής πλειοψηφίας, για μια ακόμη φορά, έγιναν πρόβλημα για την κοινωνία. Υπουργοί συναναστρέφονται και «κατατοπίζονται», με αξιοζήλευτη μάλιστα έλλειψη διαφάνειας, από διαπρεπείς συνδικαλιστές, προφανώς στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Προφανώς και οι δύο πλευρές το θεωρούν αυτονόητο. Χαίρονται και επιβεβαιώνουν την ανακτηθείσα –πολιτική και οικονομική– ισχύ. Μεθούν με το αίσθημα ότι αυτοί, τώρα, «καθαρίζουν».
Τα περισσότερα κυβερνητικά στελέχη επιδεικτικά αγνοoύν το συμβόλαιο τιμής του πρωθυπουργού. Οι περισσότερες διοικήσεις, στους περισσότερους οργανισμούς του Δημοσίου, ενώ περιμένουν την αντικατάστασή τους από τους «επίλεκτους» της νέας κατάστασης, διαπιστώνουν πόσο κενό γράμμα μοιάζει η διαβεβαίωση ότι, τουλάχιστον, οι όποιες αλλαγές θα γίνουν με σεβασμό στους κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης.
Κάποιοι άλλοι, πιστεύουν ότι η πρωθυπουργική οδηγία εξαντλείται στην ανάρτηση στον ιντερνετικό χώρο του www. opengov. gr. Αλλα λέει ο νόμος. Που απαιτεί περιγραφή απαιτήσεων του μετόχου για την εκάστοτε θέση. Που σημαίνει ότι ο μέτοχος, δηλαδή το Δημόσιο, πρέπει να γράψει τους στόχους, να είναι μετρήσιμοι. Να βεβαιωθεί ότι οι υποψήφιοι είναι ικανοί να τους κυνηγήσουν. Σύμφωνα με όσα λέει ο εν ισχύι νόμος (Ν. 3429/2005, άρ. 3, παρ. 9) η προκήρυξη της θέσης γίνεται με «κοινή απόφαση του υπ. Οικονομίας και Οικονομικών και του υπουργού που εποπτεύει τη δημόσια επιχείρηση» ώστε να καθορισθούν «η διαδικασία και τα κριτήρια επιλογής» και να εξειδικευθούν «τυχόν αναγκαία κριτήρια». Η ουσία του νόμου δεν υπηρετείται επειδή κάποιοι θα «τσεκάρουν» τα κουτάκια της ψηφιακής λίστας θέσεων προς κάλυψη.
Είναι αλήθεια ότι καμία σωστή διαδικασία δεν μπορεί να φέρει σοβαρό αποτέλεσμα όταν δεκάδες θέσεις στελεχών πρέπει να αλλάξουν μέσα σε λίγες εβδομάδες. Το αποτέλεσμα, δυστυχώς, διαφαίνεται ήδη: θα επιστρέψουμε στον απαράδεκτο έλεγχο από τους συνδικαλιστές σε ό, τι αφορά θέματα εργαζομένων, αλλά και των «κρίσιμων» προμηθειών. Θα επαναληφθεί η τυραννική ανάμειξη του εποπτεύοντος υπουργού στις μεγάλες (κάποτε και στις πολύ μικρότερες) υποθέσεις της δημόσιας εταιρείας. Τα ιδιωτικά συμφέροντα, που πολιορκούν τις δημόσιες επιχειρήσεις, θα πετύχουν νέες συμμαχίες. Το κράτος θα έχει και πάλι αποτύχει να διαχειριστεί με όρους αποτελεσματικότητας και διαφάνειας την τεράστια δημόσια περιουσία που κρύβουν οι ΔΕΚΟ.
Ακόμη όμως κι αν οι πολιτικοί είχαν τις καλύτερες των προθέσεων, καιρός είναι να αντιληφθούμε ότι τίποτε θετικό δεν θα συμβεί όσο η θητεία των στελεχών ταυτίζεται με τον πολιτικό χρόνο. Ακόμη και η έγκριση των υποψηφίων από τη Βουλή ευτελίζεται σε διακομματική υποκρισία. Κανένα στέλεχος, όσο καλό κι αν είναι, δεν μπορεί να σχεδιάσει, εκτελέσει και κριθεί για την επίτευξη αξιόλογων στόχων μεταξύ δύο πρόωρων αναμετρήσεων. Σκεφτείτε πόσο καιρό, με πόσο κόπο, επιμονή και αγωνία εργάζονται τα στελέχη στις μεγάλες εταιρείες του ιδιωτικού τομέα για να φτάσουν σε κάποιο μετρήσιμο και ανταγωνιστικό αποτέλεσμα. Εύκολα θα διαπιστώσετε πόσο, αυτό και μόνον το χαρακτηριστικό κάνει τη διαφορά. Κι όμως, είναι αυτονόητο: όσο πιο ανταγωνιστική επιτύχουμε να γίνει μια επιχείρηση, τόσο καλύτερα τα αποτελέσματά της. Είτε τα μετρούμε με τα καθαρά της κέρδη, είτε με το κοινωνικό της αποτέλεσμα, είτε, όπως είναι το ορθόν, και με τα δύο. Η χρυσή σχέση μεταξύ κράτους και διοικήσεων ΔΕΚΟ είναι η εμπιστοσύνη. Της αγοράς, δηλαδή, των πολιτών και όχι των κομματικών συνδικάτων!
Filed under: Πολιτική | Leave a Comment
Κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού 2009, για τα τρία τέταρτα του χρόνου εφαρμογής του οποίου ευθύνεται η προηγούμενη διοίκηση, δαπανήθηκαν 125 εκατομμύρια ευρώ για την «έκδοση νέων αδειών οδήγησης». Το ποσό δεν είχε προβλεφθεί, αλλά έχω την εντύπωση ότι αυτοχρηματοδοτείται, αφού οι πολίτες πληρώνουν παράβολο και δεν έχουν δωρεάν, ούτε αυτή, την υπηρεσία. Ομοίως, υπέρβαση δαπανών είχαμε με την καταβολή 294 εκατ. υπέρ Ολυμπιακής, «σε εκτέλεση αποφάσεων διαιτητικού δικαστηρίου». Συνολικά, οι δαπάνες που δεν είχαν προβλεφθεί και προστίθενται στην τεράστια υπέρβαση του τρέχοντος προϋπολογισμού ανέρχονται σε 1.433 εκατ. ευρώ ή 0,6% του εγχώριου προϊόντος ή 2,4% των πρωτογενών δαπανών ή 2,7% των τακτικών εσόδων. Αποτελούν όμως το 1/3 της συνολικής απόκλισης που εμφάνισε ο προϋπολογισμός στο σκέλος των δαπανών (πλην τόκων).
Με άλλα λόγια, είναι πολύ ευκολότερο, από όσο εμφανίζονται να θεωρούν οι υπουργοί, να σημειωθεί τελικά μια ακόμη υπέρβαση, κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2010. Αλλωστε, οι κρατικές δαπάνες έφτασαν στο δυσθεώρητο ύψος των 71,5 δισεκατομμυρίων (εκτιμήσεις 2009), επειδή κάθε χρόνο σημειωνόταν υπέρβαση έναντι του προηγούμενου έτους. Σε μεγάλο βαθμό, αυτό εξηγείται από τη στενότητα που έχει το κράτος όταν επιδιώκει να ασκήσει πολιτική σε διάφορους τομείς: παιδεία, πρόνοια, περιβάλλον, κατά κύριο λόγο. Οταν το κράτος πληρώσει αμοιβές, συντάξεις και δαπάνες περίθαλψης των κρατικών υπαλλήλων (28 δισ. το 2010), όταν επιχορηγήσει τα ασφαλιστικά ταμεία (11,2 δισ.), όταν μοιράσει τα επιδόματα στα οποία έχει καταλήξει η κοινωνική πολιτική (4 δισ.), όταν αποδώσει στην τοπική αυτοδιοίκηση τους πόρους που της αναλογούν (5 δισ.), όταν πληρώσει για τις κρατικές συγκοινωνίες και άλλους δημόσιους φορείς (3 δισ.), όταν επιστρέψει στις Βρυξέλλες την εθνική μας συμμετοχή στον κοινοτικό προϋπολογισμό (2,7 δισ.), δεν μένουν και πολλά.
Επομένως, αν ο υπουργός Οικονομικών αποφάσιζε να περικόψει πραγματικά τις κρατικές δαπάνες, θα έπρεπε να είναι αποφασισμένος να συγκρουστεί με πάρα πολλούς, αφού πίσω από όλες αυτές τις δαπάνες κρύβεται το εισόδημα των ατελείωτων στρατιών που συντηρεί το κράτος. Σε κάθε περίπτωση, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου δεν θέλει να κάνει τίποτε παρόμοιο. Η σημερινή κυβέρνηση πιστεύει ότι το κρατικό χρήμα είναι απαραίτητο στην υποστήριξη της οικονομίας. Η αίσθηση της απόλυτης επιστροφής αυτού που η αγορά ήδη αποκαλεί «παλιό ΠΑΣΟΚ» εμπεδώθηκε πλήρως με την ανακοίνωση των προθέσεων της κυβέρνησης στον προϋπολογισμό. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ δεν διαφωνούν, ούτε αυτοί, με την πολιτική που ο Γιώργος Παπανδρέου είχε προαναγγείλει όταν έλεγε ότι «λεφτά υπάρχουν». Θα ήταν καλύτερα αν οι πολίτες μπορούσαν να αισθάνονται ασφαλείς ότι ο κ. Παπανδρέου δεν εννοεί τα δικά τους χρήματα. Οι λαϊκίστικες κορώνες περί μεγάλης ακίνητης περιουσίας, υψηλών επιχειρηματικών κερδών και άλλων παρεμφερών, ελάχιστα καλύπτουν το πραγματικό γεγονός ότι τους φόρους τους πληρώνει η μεσαία τάξη και με τον πιο άγριο τρόπο όσοι από αυτήν την τάξη έχουν κατορθώσει κάτι καλύτερο στη ζωή τους.
Η πρόθυμη συμφωνία του «εθνικού εκπροσώπου του κεφαλαίου» στην εκ των υστέρων καταβολή της έκτακτης εισφοράς στα κέρδη άνω των 5 εκατ. αποδεικνύει ότι τελικά κανείς δεν πιστεύει ειλικρινώς όσα περί ανοικτής κοινωνίας, οικονομίας και ανταγωνιστικότητας κατά καιρούς διαλαλούν. Τα καλά νέα είναι το κλείδωμα του φορολογικού συντελεστή κερδών στο 25%, αν τελικά καταργηθεί η ψηφισμένη ανά μια μονάδα το έτος μείωση του συντελεστή. Εξάλλου, η μείωση φόρου για τα κέρδη που (κάποτε) θα επενδυθούν αποτελεί σοβαρή παραχώρηση προς την επιχειρηματική τάξη, πιθανότατα αντικοινοτική και σίγουρα διευκολυντική στα σούπερ μαγειρέματα που θα κάνουν τα λογιστήρια.
Είναι γνωστό ότι επειδή το κράτος δανείζεται πρώτο και όσα χρειάζεται, οι επιχειρήσεις στριμώχνονται στην ουρά για να δανειστούν και εκείνες τα κεφάλαια που χρειάζονται, είτε για την εμπορική λειτουργία τους είτε για να οργανώσουν τις επενδύσεις τους. Το κράτος θα δανειστεί και φέτος τεράστια ποσά, διευκολύνοντας τις τράπεζες να κερδίζουν καλά χρήματα εκ του ασφαλούς. Η πραγματική οικονομία θα συνεχίσει να διψάει για χρήμα άνετο και σε καλή τιμή, όπως άλλωστε οι λαϊκιστές πολιτικοί και οι αναλόγου επιπέδου κονδυλοφόροι τους θα συνεχίσουν να δακτυλοδείχνουν τις τράπεζες για τα «ακριβά» τους επιτόκια.
Επιπλέον, πολλοί υπουργοί στην κυβέρνηση ευνοούν την με κάθε τρόπο επιστροφή των συνδικαλιστών σε ρόλους πίεσης προς τις διοικήσεις εταιρειών του ευρύτερου κρατικού χώρου. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι κινήσεις αυτές γίνονται παράλληλα με συμφέροντα που σε κάθε έναν από τους συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας έχουν επενδύσει πολλά και τώρα περιμένουν να εισπράξουν. Ισως τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα να βρίσκονται στην ενέργεια. Ολα τούτα ολοκληρώνουν την εικόνα μιας κυβέρνησης που οργανώνεται γύρω από το κράτος, από το οποίο περιμένει την ανάκαμψη της οικονομίας, την προστασία του πολίτη – ψηφοφόρου και, τελικά, την εμπέδωση της εκλογικής επιρροής του κόμματος. Σίγουρα η πολιτική ατζέντα στη χώρα μας δεν μοιάζει σε τίποτε με εκείνη που συζητείται στα σύγχρονα κράτη!
Filed under: Πολιτική | Leave a Comment
Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι αυτός ο προϋπολογισμός, έτσι όπως ετοιμάζεται να τον καταθέσει και, υποθέτω, υπερασπιστεί, ενώπιον της Βουλής, δεν έχει καμία σχέση με όσα ονειρευόταν να κάνει εφόσον γινόταν κάποτε υπουργός Οικονομικών. Είναι προφανής αλήθεια ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο υφυπουργός του, έχασαν, τις τελευταίες τρεις εβδομάδες, πολλές ώρες, προσπαθώντας να κατανοήσουν το μέγεθος των προβλημάτων που πρέπει να αντιμετωπίσει όποιος ασχολείται με τα οικονομικά του κράτους μας.
Εντυπωσιάζομαι όταν διαπιστώνω τη δογματική περιφρόνηση στη ρεαλιστική προσέγγιση των μακροχρόνιων διαρθρωτικών ελλειμμάτων της χώρας. Παράδειγμα, το σύστημα αμοιβών στην επίσημη οικονομία. Οδηγεί σε προσαύξηση του εισοδήματος ακόμη κι αν δεν γίνει καμία τιμαριθμική προσαρμογή. Κάθε δύο χρόνια ο υπάλληλος «προάγεται» μισθολογικώς, ακόμη κι αν κάνει την ίδια δουλειά μια ολόκληρη ζωή. Στον ευρύτερο κρατικό τομέα, κατά κανόνα πάντοτε, όσο περνά ο καιρός, ο υπάλληλος δουλεύει λιγότερο και όμως πληρώνεται περισσότερο. Δεν μπορεί ο κ. υπουργός να μην το γνωρίζει αυτό! Δεν μπορεί να ξέχασε τόσο γρήγορα όσα ο ίδιος είχε συμπεριλάβει στη Χάρτα Σύγκλισης, την οποία είχε συντάξει το 2003 κατά παραγγελία του τότε πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη.
Και όμως, το οικονομικό επιτελείο εννοεί να βάλει τους φορολογουμένους να πληρώσουν αυτοί την «υπόσχεση» του αρχηγού. Σύμφωνα με αυτήν, οι κρατικοί υπάλληλοι πρέπει να πάρουν αυξήσεις «πραγματικές», δηλαδή πάνω από τον πληθωρισμό. Για να ικανοποιηθεί το τέρας του κρατισμού, θα αρκούσε η ωρίμανση, δηλαδή η αυτόματη μισθολογική «εξέλιξη». Μόνον από αυτή, η δαπάνη των φορολογουμένων για τους κρατικούς υπαλλήλους αυξάνεται κατά 2-3%. Μαζί με την άοκνου πελατειακής λογικής παροχή, η αύξηση θα ξεπεράσει το 4% ίσως και το 5%. Οταν θα πληρώνετε τους νέους φόρους, να το έχετε αυτό κατά νου.
Με τις επιλογές του, ο Γιάννης Παπακωνσταντίνου επιβεβαιώνει την πολιτική του προκατόχου του Γιάννη Παπαθανασίου. Αποδέχεται ότι το κρατικό Ταμείο άνοιξε και θα παραμείνει ανοικτό, γιατί η ελληνική οικονομία χρειάζεται υποστήριξη. Αποδέχεται τώρα ότι οι επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης είναι μεγάλες. Αρα, δεν είναι απλώς η «κατάρρευση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού», αλλά ο γενικότερος κίνδυνος βαθύτερης ύφεσης που υποχρεώνει τις ελληνικές δημοσιονομικές αρχές να συντηρήσουν την οικονομία με εντατικές δημόσιες δαπάνες.
Μοιράζομαι με τον υπουργό Οικονομικών το πάθος να στρογγυλεύουμε τα νούμερα. Οπως οι περισσότεροι οικονομολόγοι. Εξάλλου, ο κ. Παπακωνσταντίνου δεν ασχολείται πλέον με την επικοινωνία όσων συμφέρουν στο κόμμα. Γι’ αυτό, δεν είναι καθόλου παραγωγικό για τη χώρα, να στρογγυλεύουμε την πραγματικότητα, μήπως και ταιριάξει καλύτερα με όσα προβλέπει το σχέδιο προπαγάνδας, που αποσκοπεί στην καθιέρωση στο μυαλό της κοινής γνώμης του φιλολαϊκού προφίλ της νέας ομάδας στην εξουσία. Κάποτε πρέπει να σκέφτονται ότι τους φόρους τους πληρώνουν όσοι προσθέτουν υπεραξία στην Ελλάδα και όχι όσοι περιμένουν τον οβολό του κράτους για να τον καταναλώσουν στην υγεία των κορόιδων.
Filed under: Πολιτική | Leave a Comment
Απόσυρση λογικής…
Είναι βεβαίως κουραστικό να επαναλαμβάνει κανείς το αυτονόητο για όλες τις (άλλες) δημοκρατίες. Είναι όμως ακριβώς έτσι: όσο καλύτερα έχει προετοιμαστεί μια ρύθμιση τόσο καλύτερη θα είναι, τόσο μεγαλύτερη αποδοχή θα έχει και, τελικά, τόσο μικρότερες πιθανότητες θα υπάρχουν να ρεζιλευτεί το κράτος. Ο, τι ακριβώς δεν συνέβη με την απόσυρση της απόσυρσης. Θα πείτε, το ελληνικό μας κράτος δεν φοβάται να εξευτελιστεί, όταν πρόκειται για κομματικές επιλογές. Ισως. Πλην όμως, οι πολίτες που ενδιαφέρονται και η ζωή τους επηρεάζεται από την ανεπαρκή διοίκηση, οι επιχειρήσεις που αναλόγως του γούστου που κάνουν οι υπουργοί πρέπει να εγγράψουν κέρδη ή ζημίες και, τελικά, όσοι (ακόμη…) παρακολουθούν απέξω όσα συμβαίνουν στη χώρα της «φαιδράς πορτοκαλέας» έχουν πλέον κουραστεί να απογοητεύονται.
Βλέποντας να έρχεται η καταιγίδα «νέων ιδεών», είχα σημειώσει ότι η απομάκρυνση από την κυκλοφορία όσων (και είναι πάρα πολλά) παλαιότατων αυτοκινήτων κυκλοφορούν ακόμη αποτελεί στοιχειώδες μέτρο προστασίας του περιβάλλοντος. Η ηγεσία του νέου υπουργείου Περιβάλλοντος δεν συμφωνεί. Δυστυχώς, χωρίς ουσιαστικά επιχειρήματα. Λέει: όσοι καταστρέφουν το «σαραβαλάκι» τους, σπεύδουν να αγοράσουν κουρσάρες με χιλιάδες κυβικά, που, προφανώς, μολύνουν περισσότερο τα πάντα. Λάθος!
Μια ματιά στα στοιχεία θα τους είχε πείσει ότι οι περισσότεροι αγοράζουν μικρά ή μεσαία αυτοκίνητα. Το όφελος είναι τεράστιο. Τα νεότερα οχήματα έχουν τη νεότερη τεχνολογία ελέγχου ρύπων, καταναλώνουν λιγότερο καύσιμο και, επιπλέον, είναι ασφαλέστερα, αν και αυτό δεν απασχολεί, προφανώς, κανέναν. Κάποιοι μάλιστα δεν αντικαθιστούν το «σαραβαλάκι», αφού ορθώς η καταργηθείσα με συνοπτικές διαδικασίες απόσυρση διαχώριζε την αμοιβή για το «σπάσιμο» από το κίνητρο στην αγορά αυτοκινήτου νέας αντιρρυπαντικής κατηγορίας. Θα μπορούσε η συμπαθέστατη Τίνα Μπιρμπίλη να ενισχύσει το πρώτο, περιορίζοντας το δεύτερο.
Περιμέναμε την υπουργό του (νέου) Περιβάλλοντος να έχει άποψη και πολιτική που θα οδηγήσει εκτός κυκλοφορίας όλα ή σχεδόν όλα τα παλαιάς τεχνολογίας (κινητήρες euro 1 και euro 0). Τουλάχιστον μακριά από τις μεγάλες πόλεις. Οταν ένα στα τρία αυτοκίνητα ανήκει σε αυτήν την κατηγορία, μόνον η απόσυρση μπορεί να αλλάξει την εικόνα. Αν πάλι η υπουργός υποστήριζε την απαγόρευση των παλαιάς και ρυπογόνου τεχνολογίας στην πόλη, θα έλεγα ότι υπάρχει πολιτική. Αν έβαζε αύριο το πρωί διόδια εισόδου στον διευρυμένο δακτύλιο των μεγάλων πόλεων, έστω για τα πολλά κυβικά, και πάλι θα έλεγα ότι έχουν κάποιο σχέδιο.
Τα πανάκριβα τέλη κυκλοφορίας, χωρίς κίνητρο απόσυρσης, χωρίς μέτρα για καθαρότερες πόλεις, χωρίς μείωση των διοδίων στους λίγους καλούς δρόμους, αποκαλύπτουν μια φορομπηχτική πολιτική με περιβαλλοντικό μανδύα. Η πολιτική ηγεσία του επανασυσταθέντος υπουργείου Περιβάλλοντος θα καταλάβει οδυνηρά το λάθος της όταν θα φτάσει σ’ αυτήν ο θυμός των φορολογουμένων που θα πληρώνουν τα πανάκριβα, σε σύγκριση με πέρυσι, τέλη.
Μάρτυρας, το σχέδιο προϋπολογισμού του Γιώργου Παπακωνσταντίνου που βλέπει αύξηση εσόδων από τα τέλη κατά 60% πάνω από το 2008! Αν μάλιστα οι υπουργοί είχαν καταλάβει ότι δεν είναι τα κυβικά που ορίζουν τη μόλυνση και αφού η απόσυρση ήταν μέτρο της «δεξιάς», ας είχαν αυξήσει τον φόρο στις βενζίνες. Σε κάθε περίπτωση, δίκαιο και «πράσινο» είναι να πληρώνει εκείνος που μολύνει. Οι νέοι υπουργοί απέσυραν την κοινή λογική και πιάστηκαν… αδιάβαστοι!
Filed under: Πολιτική | Leave a Comment
Σώστε τους πριν πτωχεύσουν
Αν ειλικρινώς θέλουν, πολιτικοί, τραπεζίτες και άλλοι τεχνοκράτες των οικονομικών μας πραγμάτων, να μειώσουν το βάρος των χρεών που έχουν δημιουργήσει και δημιουργούν, πολλές χιλιάδες συμπολιτών μας, με το «εύκολο πλαστικό χρήμα», μπορούν να κάνουν πολλά. Τα περισσότερα μάλιστα προηγούνται και δεν συμπεριλαμβάνονται στο πλαίσιο προστασίας των δανειοληπτών που παρουσίασε στη δημόσια συζήτηση η αρμόδια υπουργός Οικονομίας Λούκα Κατσέλη.
Σπεύδω να δηλώσω ότι το πλαίσιο είναι καλό. Η νομοθετική καθιέρωση και στη χώρα μας της πτώχευσης ιδιωτών (ένα καθεστώς παρεμφερές με το αντίστοιχο για τις επιχειρήσεις) αποτελεί εκσυγχρονισμό που καθυστέρησε απαράδεκτα. Είναι όμως σίγουρο ότι η εισαγωγή του απαιτεί μακρά περίοδο προετοιμασίας και συζητήσεων. Επιπλέον, η έκταση της φοροδιαφυγής σε συνδυασμό με την ελλιπή ικανότητα των περισσοτέρων να καταλάβουν «μέχρι πού φτάνουν τα πόδια τους» όταν δανείζονται, αυξάνει τους κινδύνους εμπλοκών.
Είναι σίγουρο ότι η εισηγήτρια του σχεδίου δεν θέλει να ευνοήσει τους μπαταχτσήδες, κατά τη δική της έκφραση, κατ’ αναλογία παμπόνηρων «επιχειρηματιών» οι οποίοι τραβάνε μια πτώχευση στην εταιρεία που έχουν φορτώσει με χρέη απέναντι στις τράπεζες, την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία, για να πάνε δίπλα να συνεχίσουν ανενόχλητοι τα ωραία τους. Είναι καλό να γνωρίζουν, όσοι δανειολήπτες δυσανασχετούν, ότι ο πρώτος κανόνας παραμένει η πώληση κάποιων εκ των περιουσιακών στοιχείων που απέκτησαν με δανεισμό. Ακολουθεί η συνεργασία με την τράπεζα, ώστε να ρυθμιστεί σε βάθος χρόνου και σε αντιστοιχία με τις πραγματικές δυνατότητες καθενός η οριστική εξόφληση του χρέους.
Η προεκλογική υπόσχεση του ΠΑΣΟΚ περνάει τώρα στην κρίσιμη φάση της υλοποίησης. Δυστυχώς, η Λούκα Κατσέλη δεν φαίνεται να έχει ενσωματώσει καμία από τις παρατηρήσεις τις οποίες ευφυώς είχε ζητήσει από τη θέση της αντιπολίτευσης. Παράδειγμα, με το σχέδιο Κατσέλη, η συμπαθής τάξη των δικηγόρων, στην οποία συχνά φορτώνονται πολλά από τα δεινά μας, αναλαμβάνει να διαχειριστεί τη «σωτηρία» των «πτωχών δανειοληπτών».
Πράγματι, με το άρθρο 4, μετά την, προφανή, αποτυχία διευθέτησης του χρέους με την τράπεζα, ο δανειολήπτης παραδίδεται στα χέρια της δικηγορίας. «Για την έναρξη της διαδικασίας απαλλαγής από τα χρέη» (προσέξτε τη διαφημιστική εισαγωγή του άρθρου) ο οφειλέτης πρέπει να προσκομίσει βεβαίωση «συνηγόρου του καταναλωτή (συνήθως δικηγόροι), ένωσης καταναλωτών (συνήθως δικηγόροι) ή άλλου δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα που συντρέχει τους καταναλωτές σε ζητήματα υπερχρέωσης (συνήθως δικηγόροι)».
Θα συνιστούσα στους συντάκτες του σχεδίου Κατσέλη να σκεφτούν τη σοφία της λαϊκής ρήσης: «Θέλει η π….. α να κρυφτεί και η χαρά δεν την αφήνει». Σύμφωνα με το εξαίρετο www. slang. gr η ερμηνεία του γνωμικού αφορά όσους, «θέλοντας να δείξουν ότι είναι έξυπνοι και καπάτσοι, ξεσκεπάζουν από μόνοι τους, άθελά τους, τις μπαγαποντιές που έχουν κάνει». Μιλάμε για «βιοτεχνία» πιστοποιητικών, που θα λειτουργεί προφανώς με το αζημίωτο.
Ομως και πάλι, αυτό είναι ένα σχετικά μικρό πρόβλημα. Το σχέδιο δεν εξηγεί στους πολίτες, αλλά κάποιος πρέπει να το κάνει, ότι όποιος οδηγηθεί στην «προστασία-πτώχευση» βγαίνει από το σύστημα. Δηλαδή, δεν θα μπορεί να πάρει δάνειο από κάποια τράπεζα μέχρις ότου λήξει η περίοδος ρύθμισης των δανειακών υποχρεώσεων που «σκόνταψαν». Είναι βεβαίως προφανές ότι περιπτώσεις χρεών για τις οποίες ο δικαστής δίνει πλήρη απαλλαγή, οδηγούν σε εξοστρακισμό από το επίσημο (τουλάχιστον) σύστημα χρηματοδότησης. Το θέμα αυτό πρέπει να ρυθμιστεί με σαφήνεια και αυστηρότητα, προκειμένου να μην οδηγηθούμε σε έναν τεράστιο «Τειρεσία», αλλά και όσοι έχουν πραγματική ανάγκη να βοηθούνται, και να παραμένουν «εντός συστήματος» όσοι απλώς χρειάζονται βοήθεια για να ξεπεράσουν παροδικές δυσκολίες ή να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες κακών υπολογισμών.
Μεταξύ πολλών άλλων, υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι που οδηγούν σε βαρύ δανεισμό και δεν θεραπεύονται με το σχέδιο Κατσέλη. Ομως, η Τράπεζα Ελλάδος μπορεί, αύριο το πρωί, να διατάξει τις τράπεζες να προσαρμόσουν την πρακτική τους, ώστε αποτελεσματικά να αποτραπεί η υπερχρέωση και, τελικά, η πτώχευση. Οι τράπεζες οφείλουν να συνδράμουν με ενθουσιασμό, αναλογιζόμενες, εκτός από τα μεγάλα κέρδη τους, τις τεράστιες ευθύνες τους.
Πρώτον, οι πάρα πολλές δόσεις στις οποίες «σαλαμοποιείται» η αρχική αγορά. Πράγματι, για μια αγορά 100 ευρώ, ο οφειλέτης «καθαρίζει» πληρώνοντας 2 ευρώ με αποτέλεσμα να δημιουργεί, χωρίς άλλη πράξη ή ρητή αποδοχή του, δάνειο 98 ευρώ το οποίο μάλιστα έχει (ορθώς) ένα πολύ υψηλό επιτόκιο (μεταξύ 16% και 22%). Χρειάζεται οκτώ χρόνια για να αποπληρωθεί η συγκεκριμένη «αγορά με πίστωση»! Να περιοριστούν λοιπόν οι δόσεις σε δέκα, το πολύ.
Δεύτερον, οι τράπεζες έχουν αυξήσει τα πιστωτικά όρια σε επίπεδα ασύμβατα προς τα τρέχοντα εισοδήματα των πελατών τους. Αθροίστε το όριο που έχει κάτοχος τριών ή και τεσσάρων καρτών για να καταλάβετε το αποτέλεσμα. Αποτελεί κακή τραπεζική πρακτική η αύξηση χωρίς έλεγχο από την τράπεζα, τη ρητή αίτηση και συγκατάθεση του πελάτη του πιστωτικού ορίου. Πρέπει να μειωθεί στο όριο εισοδημάτων ενός τριμήνου και να μειώνεται αυτομάτως από την πρώτη καθυστέρηση στην αποπληρωμή των υποχρεώσεων.
Filed under: Πολιτική | Leave a Comment
Όχι στη διευκόλυνση των δολίων
Είναι η περίοδος αυτή η καταλληλότερη για την εισαγωγή και στην χώρα μας ενός πλαισίου «πτώχευσης» και για τους ιδιώτες; Μπορεί όχι! Είναι όμως απαραίτητο να συμφωνηθεί συμφωνημένο πλαίσιο ρύθμισης και, κάποτε, διαγραφής χρεών. Με την έλλειψη εμπειρίας κανόνων συναλλαγής μεταξύ του πληθυσμού, μιας μεγάλης μερίδας επιχειρηματιών, όσο και των ιδιωτών, κακώς είχε αφήσει η πολιτεία το τοπίο άδειο και, συχνά, ασύδοτο. Εξάλλου, οι τράπεζες έκαναν εύκολα (όσο και μεγάλα) κέρδη, δανείζοντας με εξαλλοσύνη όποιον ζητούσε δανεικά και, κάποτε, ακόμη και εκείνον που δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένος. Αν σε όλα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, τα στελέχη των τραπεζών έπαιζαν τα μπόνους τους σε περίπλοκα προϊόντα και άλλες ανασφαλείς τοποθετήσεις κεφαλαίων, στην Ελλάδα τα εξασφάλισαν με τον ξέφρενο δανεισμό.
Η υπουργός Ανάπτυξης Λούκα Κατσέλη, συνεπής στον κυβερνητικό προγραμματισμό, προτείνει πλαίσιο προστασίας δανειοληπτών που περιέρχονται σε δύσκολη θέση. Οι τράπεζες ήσαν προειδοποιημένες. Το σχέδιο είχε κατατεθεί στη Βουλή, οι απόψεις τους είχαν ζητηθεί, οι διαφωνίες είχαν καταγραφεί και ο δημόσιος διάλογος δεν χρειάζεται να μακρύνει. Βεβαίως, στην χώρα μας έχουμε μικρή εμπειρία συζήτησης, η οποία, προφανώς δεν απαιτεί έναν γενικόλογο «σεβασμό της διαφορετικής άποψης», αφού πρόκειται για πρακτικά πράγματα. Απαιτούνται αμοιβαίες υποχωρήσεις και, κυρίως, προσαρμογές των επαγγελματικών του κλάδου. Η ιδεολογία λίγα μόνον μπορεί να συνεισφέρει.
Κατά πρώτο λόγο, απαιτείται αλλαγή νοοτροπίας. Και σε όσους δανείζονται. Και στους τραπεζικούς υπαλλήλους, που κρίνουν ποιόν, πότε και πόσο πρέπει να δανείσουν. Και στον εμπορικό και βιομηχανικό κόσμο, που αξιοποίησε το εύκολο χρήμα για να κρατήσει υψηλά τα περιθώρια κέρδους του. Και, τελικά, στους πολιτικούς: εφόσον συμφωνηθεί ένα σαφές νομικό πλαίσιο, θα πρέπει να μείνουν μακριά από την πολιτική εκμετάλλευση των προβλημάτων που φέρνει η οικονομική κρίση και η υπερβολή στον δανεισμό ατόμων που δεν θα έπρεπε ποτέ να έχουν περάσει το κατώφλι μιας ελάχιστης τραπεζικής διευκόλυνσης.
Το σχέδιο είναι καλό. Θα χρειαστεί όμως να προσαρμοστεί στην ελληνική πραγματικότητα. Η αντιγραφή της γερμανικής νομοθεσίας την οποία επιχείρησαν με ακρίβεια στελέχη καταναλωτικών οργανώσεων φιλικά προς το κυβερνών κόμμα, όπως ο κ. Δημήτρης Σπυράκος, νομικός σύμβουλος της ΕΚΠΟΙΖΩ, δεν μπορεί να μεταφέρει στην χώρα μας και τη συμπεριφορά του γερμανού στις υποχρεώσεις που έχει απέναντι στην εφορία, το κράτος και τα δάνειά του. Στη γερμανική γλώσσα και παιδεία, η λέξη schuld χρησιμεύει, ταυτοχρόνως για να περιγραφούν τα ακόλουθα: ευθύνη, ενοχή, υποχρέωση, βάρος, χρέος και οφειλή. Πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι ο έλληνας καπάτσος φοροφυγάς δεν θα επιχειρήσει να είναι εκ των πρώτων που θα χρησιμοποιήσει ένα πλαίσιο ευνοϊκό στους μπαταχτσήδες; Η ίδια η κυρία Κατσέλη θα ανακαλέσει εύκολα στη μνήμη της τους δεκάδες καπιταλιστές που έσπευσαν να φορτώσουν στο κοινωνικό σύνολο τα δάνεια που έφαγαν πριν καταστήσουν τις επιχειρήσεις τους προβληματικές. Άλλο η προστασία των αδυνάτων και άλλο η διευκόλυνση των δολίων!
Filed under: Οικονομικά, Πολιτική, Συμβαίνουν... | Leave a Comment
Tags: Δάνεια
Πολλοί εντυπωσιάστηκαν από τον τρόπο με τον οποίο κατάγγειλε ο πρωθυπουργός – κατά τη δευτερολογία του επί των προγραμματικών δηλώσεών του – τις «υπέρογκες αμοιβές» στελεχών μεγάλων επιχειρήσεων που, κατά κανόνα κακώς, παραμένουν υπό την στενότερη ή ευρύτερη εποπτεία του κράτους. «Τι θα πούμε στο νέο επιστήμονα που δουλεύει ανασφάλιστος με stage για 500 ευρώ ή στον ιδιωτικό υπάλληλο των 700 ευρώ και των απλήρωτων υπερωριών;» αναρωτήθηκε με ελαφρύ λαϊκισμό.
Παρόμοια προσωπική επίθεση είναι πρωτοφανής, ειδικά όταν την επωμίζεται ο πρωθυπουργός. Είναι και άχρηστη. Δεν συνοδεύεται από την απομάκρυνση όσων δημοσίως διασύρονται. Σαφώς ευτελίζει τη δική του ρητή διακήρυξη σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση Παπανδρέου θα επιλέγει τους ικανούς και όχι τους αρεστούς. Απόδειξη ότι ο πρωθυπουργός δεν είπε κάτι να πει για την ποιότητα της δουλειάς των συγκεκριμένων, ούτε πρόκειται για εκλεκτούς των κομματικών μηχανισμών.
Εκείνος που είχε την τραγική έμπνευση να οδηγήσει τον Γ. Παπανδρέου στην ατραπό μιας εκδικητικής προς τα στελέχη των επιχειρήσεων, όφειλε να τον έχει ενημερώσει σωστά. Δεν μπορεί ο πρωθυπουργός της χώρας να κλείνει τις δηλώσεις του επί της ταυτότητας που θέλει να προσδώσει στην κυβέρνησή του, στηριγμένος σε λανθασμένα στοιχεία. Χωρίς να χρειάζεται να κάνω τη δύσκολη δουλειά των πρωθυπουργικών συμβούλων, έμαθα γρήγορα όσα με έπεισαν για μιαν ακόμη φορά γιατί ο τόπος μας δεν μπορεί να προκόψει.
Αναφέρω μερικά μόνον από τα στοιχεία αυτά, αποφεύγοντας τη συμμετοχή μου στο διασυρμό της προσωπικότητας των συγκεκριμένων στελεχών. Στην πρώτη λοιπόν από τις περιπτώσεις που ανάφερε ο πρωθυπουργός, η αμοιβή του προέδρου και διευθύνοντος εξαρτάται από τη επίτευξη συγκεκριμένων στόχων που πρέπει να πιάσει η εταιρεία. Εκτιμήσεις της αγοράς λένε ότι παρόλο τον τετραπλασιασμό των κερδών σε σύγκριση με την εξαιρετική χρονιά του 2004. Στην πραγματικότητα, θα είναι μικρότερες από το 1/5 του ποσού που ανάφερε ο πρωθυπουργός.
Στη δεύτερη περίπτωση, οι καθαρές αμοιβές του συγκεκριμένου στελέχους είναι μικρότερες από το μισό του ποσού που αναφέρθηκε στη Βουλή. Η σύμβαση, οκταετούς διάρκειας, προβλέπει σταθερή αμοιβή, χωρίς καμία αναπροσαρμογή και είναι ελάχιστα μεγαλύτερη από εκείνη που λάμβανε ο προκάτοχος. Στο μεταξύ ο συγκεκριμένος οργανισμός δημοσιεύει, επιτέλους, ελεγμένο και τακτοποιημένο ισολογισμό.
Στην τρίτη περίπτωση, ο καταγγελλόμενος δώρισε το μισό από το ποσό του μπόνους, μετά την φορολογία εισοδήματος, σε μη κυβερνητικές οργανώσεις προστασίας των παιδιών και κράτησε ό,τι αναλογεί στη συμμετοχή των ξένων μετόχων στο κεφάλαιο της εταιρείας. Εφέτος δεν θα λάβει μπόνους, αφού όρος παροχής του ήταν να σημειώσει η εταιρεία αύξηση στα κέρδη της, κάτι που δεν θα συμβεί μετά το άλμα που έκανε το 2008.
Από πότε είναι κακό να πληρώνεται σωστά και κατ’ αναλογία όσων ισχύουν στην οικονομία τα στελέχη των επιχειρήσεων; Η πρωθυπουργική επίθεση μπορεί να χρησιμεύσει μόνον σε όσους διαπλεκόμενους και απατεώνες θέλουν στις θέσεις αυτές τον δικό τους άνθρωπο, η αμοιβή του οποίου προφανώς συναρτάται από άλλες «επιδόσεις»!
Filed under: Οικονομικά, Πολιτική | Leave a Comment
Tags: Κράτος, Νέα Κυβέρνηση, Παπανδρέου
Έλλειμμα προετοιμασίας
Κάποιοι, στη νέα κυβέρνηση, θέλουν να επαναλάβουν τον Ανδρέα του 1982. Κάποιος πρέπει να τους θυμίσει τον Ανδρέα του 1993. Θα ήταν καλύτερα αν η νέα διακυβέρνηση δεν έμοιαζε σε τίποτε και με τίποτε από όλα όσα γνωρίσαμε τα πολλά τελευταία χρόνια. Ας μη ξεχνούν τους κινδύνους που συνοδεύουν την επανάληψη της ιστορίας. Μια νέα αρχή, έστω και δύσκολη, δίνει την ελπίδα ότι ακόμη κι αυτός ο τόπος μπορεί… καλύτερα! Γι αυτό, από όλη αυτή την τυπική ελληνική ιλαροτραγωδία με τα πραγματικά νούμερα του κρατικού ελλείμματος, ας κρατήσουμε το καλό νέο: την απόφαση του υπουργού Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου να δώσει στην Στατιστική Υπηρεσία την πραγματική ανεξαρτησία της.
Όμως, θα ήταν όλα καλύτερα αν η νέα κυβέρνηση δεν ξεχνούσε δύο κρίσιμες όσο και στοιχειώδεις αλήθειες . Ο Γιώργος Παπανδρέου πήρε την πρωτοβουλία να ρίξει τον Καραμανλή, πριν εκπνεύσει η λαϊκή εντολή. Γνώριζε ότι τα πάντα θα ήσαν δύσκολα, σε αταξία και διαλυμένα από τον πανικό που φέρνει πάντα σε μια παράταξη το μοιραίο! Άρα, ο νέος πρωθυπουργός γνώριζε και προκάλεσε την «τύχη» του. Ο λαός προσέφερε με περισσή απλοχεριά όσα ζήτησε ο Παπανδρέου και τώρα περιμένει.
Το δεύτερο. Ο κ. Παπανδρέου είχε πει πριν τις εκλογές του 2007: «Καθήκον του ΠΑΣΟΚ είναι να απαλλάξει τη χώρα από τη χειρότερη κυβέρνηση που είχε μετά τη μεταπολίτευση» (Ομιλία του στις 22/04/07). Έχασε τις εκλογές που ακολούθησαν, όχι όμως την πεποίθησή του: «Δυστυχώς την Ελλάδα σήμερα κυβερνά η χειρότερη κυβέρνηση που είδαμε ποτέ. Η χώρα περνά μια μεγάλη κρίση» (Συνέντευξη, Εθνικός Κήρυξ, 2/11/2008). Θα έπρεπε λοιπόν να είναι πανέτοιμοι για τα χειρότερα. Εξάλλου, οι σημερινοί είχαν πάντοτε τους δικούς τους σε υψηλές και άλλες θέσεις κλειδιά του κράτους. Προφανώς τους είχαν ενημερώσει.
Το τρίτο που επίσης ξεχνά η νέα κυβέρνηση είναι ότι τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, η ανεπάρκεια των περισσοτέρων κρατικών δομών, η έλλειψη χεριών και ικανοτήτων ιδιαίτερα εκεί που κατά προτεραιότητα απαιτούνται και μύρια άλλα προβλήματα ήσαν γνωστά σε όλους. Όφειλαν οι «σκιώδεις» υπουργοί και άλλοι τεχνοκράτες της Ιπποκράτους να έχουν πλήρως επεξεργαστεί τις δικές τους προτάσεις, τις ανατροπές που θα έσπευδαν να κάνουν αν ο λαός τους έδινε την εντολή που με τέτοια επιμονή απαίτησαν. Ήξεραν καλά πως όταν αναλαμβάνεις την ώρα που όλα καταρρέουν, όλοι περιμένουν από εσένα να σηκώσεις τα μανίκια και να βάλεις τα χέρια στην κόπρο, όχι να γυρνάς στα παράθυρα αναλύοντας ότι βρισκόμαστε σε κατάσταση «έκτακτης ανάγκης».
Η κυβέρνηση πάσχει από πολιτική ατολμία. Που έχει δύο όψεις. Πίστευε ότι αρκεί να πάρει το κράτος και να «κάτσει» στην εξουσία για να πάνε καλύτερα τα πράγματα. Κάποιοι το είχαν προβλέψει. «Η επερχόμενη νίκη θα έχει πολιτική αξία μόνο αν συνοδεύεται και από την πολιτική συγκατάθεση του λαού για αλλαγές», προειδοποιούσε ο Αλέκος Παπαδόπουλος, ζητώντας από το κόμμα του «να περιγράψει προεκλογικά με ακρίβεια την κατάσταση της χώρας» (Συνέντευξη, Το Βήμα, 5/7/09). Μπορεί ο κ. Παπαδόπουλος να αποκλείστηκε από τα ψηφοδέλτια του ΠΑΣΟΚ, δεν υπήρχε λόγος να μην προσέξουν τις αποκαλύψεις του για το μέγεθος των ελλειμμάτων που επεδίωκαν να κρύψουν στα ντουλάπια του Γενικού Λογιστηρίου οι νεοδημοκράτες διαχειριστές. Οι ίδιοι άνθρωποι που τώρα ετοιμάζουν έναν ακόμη προϋπολογισμό που θα πέσει έξω πριν φτάσουμε στα μισά του επόμενου έτους. Γιατί το νέο σχήμα έχει ήδη εγγράψει σοβαρό έλλειμμα προετοιμασίας.
Filed under: Οικονομικά, Πολιτική | Leave a Comment
Tags: Δάνεια, Κρίση, Νέα Κυβέρνηση, Παπανδρέου