Το μυαλό όλων είναι στραμμένο στην ανάπτυξη. Στις Βρυξέλλες κοιτούν τα στοιχεία για την Ευρωζώνη με συγκρατημένη ανακούφιση. Ελπίζουν να προσδέσουν την Ελλάδα στο τροχήλατο της ανάπτυξης.

Στη Γερμανία, που εκμεταλλεύθηκε περίφημα το φθηνότερο ευρώ, με τη βοήθεια της κρίσης του ελληνικού χρέους, η καγκελάριος Μέρκελ πουλά την ανάπτυξη διακηρύσσοντας τις αρετές της δημοσιονομικής λιτότητας.

Στη Γαλλία, ο κ. Σαρκοζί εγκατέλειψε την εμμονή του για τον χρηματο-καπιταλισμό, έκοψε κοινωνικά επιδόματα, αποδέχθηκε μια κουτσουρεμένη γαλλική ανάκαμψη και υποτάχθηκε στον «πρωσικό» κανόνα του τιθασευμένου κρατικού ελλείμματος.

Στην Ισπανία, τέταρτη σε μέγεθος οικονομία της Ζώνης, ο κλονισμένος Θαπατέρο είδε φως όταν, προχθές, οι διεθνείς τράπεζες δέχτηκαν τα ιβηρικά ομόλογα ως ενέχυρο δανεισμού για ρευστότητα. Κι επειδή η «ψήφος εμπιστοσύνης» αφορά το ευρώ, πολλοί είναι εκείνοι που περιμένουν μια κίνηση αισιοδοξίας στο ακροφύσιο της Βαλκανικής.

Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να προσφέρει δύο σενάρια αισιοδοξίας στους διεθνείς εταίρους της. Το πρώτο αφορά τη διατύπωση ενός ρεαλιστικού και φιλόδοξου σχεδίου αύξησης των επενδύσεων. Το δεύτερο προβλέπει την οργάνωση, μέχρι τα τέλη του έτους, της αναδιάταξης ολόκληρου του κρατικού χρέους της χώρας.

Ως προς το πρώτο, δεν ήταν καθόλου τυχαία η αισιοδοξία του Γιώργου Προβόπουλου, διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος. Ακόμη και στους κύκλους της ΕΚΤ διατυπώνονται τώρα πιο αισιόδοξα σενάρια. Κύκλοι από το πρωθυπουργικό περιβάλλον δεν έκρυβαν την ικανοποίησή τους από το γεγονός ότι ένα στέλεχος με το οποίο δεν υπήρχε παλαιότερη «συγγένεια», εκμυστηρεύθηκε δημοσίως την αισιοδοξία του για την αμέσως επόμενη φάση της ελληνικής οικονομίας.

Ομως, το «μυστικό Προβόπουλου» το κρατά ο πρωθυπουργός. Μόνον αν ο ίδιος τεθεί επικεφαλής της εθνικής προσπάθειας προσέλκυσης μεγάλων (αλλά και μεσαίων) επενδυτικών σχεδίων, μπορούμε να ελπίζουμε ότι η ελληνική οικονομία θα επανεκκινηθεί. Κάτι τέτοιο απαιτεί τη δραστηριοποίηση κεντρικής υπηρεσίας παραλαβής, επεξεργασίας και υποστήριξης επενδυτικών σχεδίων, τα οποία θα τίθενται «υπό την προστασία» του ίδιου του πρωθυπουργού. Η ελπίδα είναι προφανής: να ξεπεραστούν οι γνωστές ακαμψίες και φυγομαχίες που τελικώς ακυρώνουν κάθε νέα επενδυτική ιδέα. «Αν τα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια προπορευτούν στη διάρκεια του 2011», πιστεύουν οι ίδιοι κύκλοι, «η Ελλάδα θα βγει με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου» από τις αρχές του 2012, πολύ κοντά στον χρόνο που έχει, άλλωστε, απογραφεί και στο Μνημόνιο.

Μέχρι τότε, όμως, τα πράγματα θα παραμένουν δύσκολα. Εγκυρες πληροφορίες αναφέρουν πως, αυτή τη στιγμή, κανένας διεθνής τραπεζικός οίκος δεν είναι πρόθυμος να συμμετάσχει σε κοινοπρακτικά δάνεια που θα υποστήριζαν επενδυτικά σχέδια για την Ελλάδα. Σημαντικό εμπόδιο σε κάθε επενδυτική πρωτοβουλία σημαντικού μεγέθους είναι και η άρνηση, που είναι γνωστή στο Λονδίνο αν και δεν έχει ακόμη λάβει δημόσιες διαστάσεις, από την πλευρά διεθνών ασφαλιστικών οίκων, οι οποίοι αρνούνται να τιμολογήσουν τον «κίνδυνο Ελλάδα». Συγκεκριμένα, οι οίκοι προβάλλουν αδυναμία υπολογισμού του διαστήματος που θα απαιτηθεί για να θέσουμε σε τροχιά υψηλής απόδοσης μια βαριά βιομηχανική επένδυση στην Ελλάδα. Το ίδιο πρόβλημα από μια διαφορετική οπτική γωνία καταγράφεται στο επιτόκιο διασφάλισης του κινδύνου για τη διακράτηση ελληνικών τίτλων, που παραμένει κολλημένο στον ουρανό.

Ο πραγματικός λόγος για τον οποίο αρνούνται οι ασφαλιστικοί μεσίτες να υπογράψουν ασφαλιστήρια και οι επενδυτικές τράπεζες να μπουν σε εξασφαλισμένα δάνεια είναι ότι στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη πιστεύουν ότι η Ελλάδα θα προχωρήσει σε αναδιάταξη του χρέους της και ότι ο ορίζοντας στον οποίο οφείλει να γίνει η σχετική προετοιμασία, είναι ορατός.

Στην Ουάσιγκτον, όπου διαθέτουν ουσιαστική εμπειρία δύσκολων καταστάσεων όπως η ελληνική, αλλά και στο Λονδίνο, όπου συγκεντρώνονται οι ανταλλαγές προβληματισμού μεταξύ των δανειστών μας, υπάρχει τους τελευταίους μήνες εμπεδωμένη η πεποίθηση ότι η Ελλάδα πρέπει να ρυθμίσει τα χρέη της και να μπορέσει να επιστρέψει σε φυσιολογική λειτουργία της αγοράς κεφαλαίων και χρήματος.

Καμία οικονομία δεν μπορεί να συντηρηθεί σε βαθιά κατάψυξη, παραδέχονται. Αν και η αναδιάταξη χρέους δεν έχει καμία σχέση με την αναδιαπραγμάτευση του χρέους, την οποία υποστηρίζουν μαξιμαλιστικοί κύκλοι στην Αθήνα και αλλού, είναι σίγουρο ότι η επιτυχία της εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών που διακρατούν τα κρατικά μας χρεόγραφα. Εξίσου σίγουρο είναι πως η επιβεβαίωση, στις αμέσως επόμενες εβδομάδες, του ενδιαφέροντος διεθνών επενδυτών γα την Ελλάδα και η προσωπική δέσμευση του πρωθυπουργού σε μια φιλική προς την επιχειρηματικότητα πολιτική θα προσφέρουν την άμεση διαβεβαίωση που χρειάζεται η αναίμακτη επανεκκίνηση της οικονομίας μας.


Καλό είναι για τους τίμιους και ευφυείς ανθρώπους να απομακρύνονται από το σημείο στο οποίο ετοιμάζεται να σκάσει το σακί με τις ακαθαρσίες της πολιτικής. Ο Παύλος Γερουλάνος, υπουργός Πολιτισμού, δεν πρόσεξε. Με αποτέλεσμα να φορτώνεται τώρα τις συνέπειες ενός άσκοπου και μικροκομματικού παραλογισμού καταγγελιών σε βάρος όσων κατείχαν θέσεις ευθύνης και διαχείρισης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, που επιδίδεται το κόμμα του ακόμη και μετά τον σχηματισμό κυβέρνησης. Προφανώς, ο πολύτιμος φίλος – σύμβουλος του Γιώργου Παπανδρέου δεν ήταν σε θέση να προβλέψει ότι θα ερχόταν η στιγμή που θα κατέθετε ο ίδιος διάταξη νόμου στη Βουλή με την οποία θα ζητούσε «οι όροι της παροχής υπηρεσιών και της αμοιβής ορίζονται κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη». Η διατύπωση αφορά, εν προκειμένω, την αμοιβή των μάνατζερ της ΕΡΤ, μιας ιδιόρρυθμης ΔΕΚΟ. Θα είναι άραγε ο επόμενος πρόεδρος της κρατικής τηλεόρασης «εκλεκτός, ημέτερος και φίλος», όπως είχε καταγγείλει ο πρωθυπουργός από το βήμα της Βουλής (18 Οκτωβρίου 2009) κατά τη δευτερολογία του επί των προγραμματικών δηλώσεων;

Και πώς πρέπει να ερμηνεύσει κανείς την τοποθέτηση δύο στελεχών με παρομοίως υψηλές αμοιβές στη θέση ενός που είχαν οι προηγούμενοι, στην άλλη θέση κρατικής επιχείρησης, στην οποία επίσης είχε αναφερθεί ο κ. Παπανδρέου. Και πόσα λαμβάνει ο έτερος, που κάθησε στην άλλη ηλεκτρική καρέκλα και εμφανίζει τώρα μαγικές επενδύσεις «από το μανίκι»; Δυστυχώς, μπορεί οι θορυβώδεις καταγγελίες του χθες να ενίσχυσαν το ΠΑΣΟΚ στις κάλπες της 4ης Οκτωβρίου 2009, αποτελούν όμως ήδη μέρος του εφιάλτη στον πρώτο γενέθλιο χρόνο διακυβέρνησης.

Τι ήθελε να κάνει ο κ. Παπανδρέου, όπως το εξήγησε στην ίδια ομιλία του; Να «τονώσει άμεσα την αγορά». Να «καταπολεμήσει τη σπατάλη». Να «δημιουργήσει υπεραξία για τα προϊόντα μας και ανταγωνιστικότητα για την οικονομία μας». Να «αναδιανείμει δίκαια τον πλούτο» (πρακτικά Βουλής, σελ. 188). Πόσο μικρή σχέση είχαν όλα τούτα με την πραγματικότητα που είχε να αντιμετωπίσει η χώρα είναι πλέον γνωστό.

Δεν χρειάστηκαν ούτε η αποκάλυψη του κρατικού ελλείμματος ούτε η πίεση της Ευρώπης ούτε η επιθετικότητα των αγορών ούτε βεβαίως το Μνημόνιο με τους δανειστές μας για να κατανοήσουμε ότι η αντιμετώπιση της κρίσης περνά από διαφορετικούς δρόμους από εκείνους που έχει επιλέξει η κυβέρνηση. Είναι πλέον φανερό ότι το παρόν σχήμα, υπό τις παρούσες συνθήκες και με τον παρόντα σχεδιασμό, δεν ανταποκρίνεται στα καθήκοντα της συγκυρίας.

Οταν σου έχουν ξεφύγει τα δημοσιονομικά, δεν γυρνάς τη γειτονιά ζητώντας μεγαλύτερους φόρους. Αντιθέτως, πρώτα κόβεις, όσο πιο βαθιά μπορείς, τις δικές σου δαπάνες, αλλάζοντας τρόπο ζωής. Σε τελευταία ανάλυση, μια κυβέρνηση δίνει το παράδειγμα με τη διαχείριση του κράτους.

Η ομάδα Παπανδρέου επέλεξε το τεράστιο κράτος. Ταυτοχρόνως, αύξησε την πίεση στον ανταγωνιστικό τομέα, δημιουργώντας φορολογική και δανειακή ασφυξία. Γι’ αυτό εξαφανίζεται ταχύτατα το πραγματικό εισόδημα της οικονομίας. Χρειαζόμαστε αναγνωρισμένους στην αγορά μάνατζερ και δεσμευμένους σε δύσκολους στόχους για να ανατραπεί η κάθοδος. Ας αναγνωρίσει επιτέλους η κυβέρνηση τα λάθη της σε ό,τι αφορά την επιλογή των ικανών κι ας κάνουμε το επόμενο βήμα. Βάζοντας τη μνησικακία στο χρονοντούλαπο της πολιτικής.


Οι σχεδιαζόμενες, για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, προσαρμογές στην αγορά εργασίας προκάλεσαν, όπως κατά κανόνα συμβαίνει, ουρανομήκεις κραυγές απόγνωσης. Κυρώις από ορισμένα μήντια, που απηχούν εσωτερικές διεργασίες και πολλαπλασιάζουν τις ανησυχίες όσων αντιμετωπίζουν αρνητικά τις προσπάθειες αντιμετώπισης της παρούσας κρίσης. Γεγονός που εξηγείται με ευκολία αφού αυτό που η κρίση κατακρημνίζει είναι οι διάφορες δομές σοβιετικού τύπου, με τις οποίες έχει φορτωθεί από τη δικτατορία ως και πριν λίγα χρόνια η ελληνική κοινωνία και οικονομία.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα με τις όχι και τόσο συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Η δομή, ο τρόπος διαπραγμάτευσης και, κυρίως, η πολιτική πατρωνεία, που ασκούν τα κόμματα εξουσίας μέσω της συνδικαλιστικής ελίτ στην επιχειρηματική πρωτοβουλία αποτυπώνεται στις συμβάσεις εργασίας και είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα συστήματα πέδησης της οικονομίας. Αν και με κανέναν τρόπο η αλλαγή του πλαισίου διαπραγματεύσεων δεν αποτελεί μέρος της διάσωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, η κυβέρνηση έχει δεχτεί να κάνει επιτέλους όσα επί πολλά έτη μας προτρέπουν οι οικονομικοί σύμμαχοί μας (από τις Βρυξέλλες και τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες) αλλά και όλοι οι έμπειροι διεθνείς οργανισμοί (ΕΚΤ, ΟΟΣΑ, ΔΝΤ).
Σημείωσαν, στο Μνημόνιο της 3ης Μαΐου: «Μετά από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους και εντός του πλαισίου της κοινοτικής νομοθεσίας, η κυβέρνηση θα μεταρρυθμίσει το νομικό πλαίσιο για τις μισθολογικές διαπραγματεύσεις στον ιδιωτικό τομέα». Όλοι όσοι έχουν επαρκή γνώση και εμπειρία των βαθύτερων αιτίων της ακαμψίας της ελληνικής αγοράς εργασίας, κατανόησαν εύκολα το εύρος και το βάθος της παραπάνω διατύπωσης.
Η Ελλάδα είναι η μοναδική(;) χώρα της Ευρώπης στην οποία δεν σεβόμαστε την κρίση και το δικαίωμα των άμεσα ενδιαφερομένων να φροντίσουν για τα συμφέροντά τους. Έτσι, σε πολύ λίγες περιπτώσεις έχουμε πραγματικά ελεύθερη διαπραγμάτευση σύμβασης εργασίας εκεί που ζουν και εργάζονται οι ενδιαφερόμενοι. Δηλαδή στο επίπεδο της ίδιας της επιχείρησης. Όταν πάντως «επιτρέπεται» η υπογραφή επιχειρησιακής σύμβασης, πρέπει να προστίθεται κάτι στην ήδη συμφωνημένη κλαδική. Η οποία άλλωστε υπάρχει μόνον επειδή εξειδικεύει και προσθέτει κάτι στην εθνική «συλλογική» σύμβαση.
Αν εξαιρέσει κανείς ορισμένους κλάδους της βαριάς βιομηχανίας, που δυστυχώς δεν διαθέτουμε στην χώρα μας, οι συνθήκες εργασίας διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των επιχειρήσεων. Είναι λοιπόν προφανές ότι οποιαδήποτε κλαδική προσέγγιση θα πρέπει να αφορά ένα πολύ περιορισμένο επίπεδο κοινών κανόνων. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να ορίζει ένα εύρος ελάχιστης αμοιβής, χωρίς να παρεμβαίνει στη λεπτομέρεια όσων θα μπορούσε να συζητήσει και να διαπραγματευτεί το συνδικάτο κάθε ενός χώρου εργασίας.
Με την εξειδίκευση του Μνημονίου αναλύεται καλύτερα το εύρος των αλλαγών που προβλέπεται να συμβούν. «Η Κυβέρνηση πρέπει να διασφαλίσει ότι οι συμβάσεις σε επίπεδο επιχείρησης υπερισχύουν των κλαδικών συμβάσεων που με τη σειρά τους υπερισχύουν έναντι των συμβάσεων σε επίπεδο επαγγελματικών ενώσεων», σημειώνεται. Όταν θα έχει ολοκληρωθεί η αλλαγή αυτή, η διαπραγμάτευση δικαιωμάτων, συνθηκών και αμοιβών θα σταθεί και πάλι στα πόδια της.
Πρόκειται πάντως για αλλαγή εξαιρετικής σημασίας που φέρνει πολλαπλές ανατροπές σε συνήθειες, συμμαχίες και κατεστημένα. Κάποτε μάλιστα η πρωτεύουσα σημασία των εργοστασιακών σωματείων αποτελούσε «επαναστατική προτεραιότητα» για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, στην οποία οφείλουμε την καταγγελία της βαρβαρότητας έναντι του σοσιαλισμού.
Η ελληνική πραγματικότητα χτίστηκε σε πιο γραφειοκρατικά σχήματα, όπου ο πατερούλης συνδικαλιστής συνεργάζεται με την κομματική γραφειοκρατία, «υπέρ των εργαζομένων». Μια νέα αρχή είναι το «αυτονόητο που δικαιούται ο ελληνικός λαός», όπως σημείωνε τις προάλλες και ο πρωθυπουργός στο άρθρο του με το οποίο ζητούσε «να αλλάξουμε τόσο ριζικά την Ελλάδα, ώστε να βγει οριστικά από τον φαύλο κύκλο της παρακμής».


Σε κάθε επίπεδο εισοδήματος αντιστοιχεί ένα επίπεδο φόρων. Οταν το εισόδημα που δημιουργείται στην οικονομία μεγαλώνει, το εισόδημα του κράτους θα μεγαλώσει επίσης. Είναι επίσης κατανοητό ότι το κρατικό εισόδημα δεν αποτελεί κάποιο πολλαπλάσιο του πραγματικού εισοδήματος που δημιουργείται από την επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά βρίσκεται σε συνάρτηση με τον νέο πλούτο που δημιουργείται από την παραγωγική διαδικασία.

Και όμως, το ελληνικό κράτος, υπό την επιρροή της σημερινής κυβέρνησης, αποφάσισε να ανατρέψει την ισχύ των απλούστατων αυτών κανόνων μακρο-οικονομικής ισορροπίας. Αδιαφορεί για την ικανότητα του επιχειρηματικού τομέα να δημιουργήσει νέο εισόδημα. Επιμένει ότι το ελληνικό κράτος μπορεί να συνεχίσει να ζει φορολογώντας τον πλούτο των Ελλήνων, επειδή θα τον πάρει από εκεί που τόσο καλά τον κρύβουν «όσοι κακοί» κάνουν «τέτοια κακά» πράγματα.

Μια εξαιρετικά χρήσιμη διάκριση στα οικονομικά είναι εκείνη που ξεχωρίζει τα αποθέματα από τις ροές. Είναι διαφορετικό να φορολογήσει το κράτος τα ακίνητα ή τις αποταμιεύσεις ή όποιο άλλο αγαθό μπορεί να αποτελέσει στοιχείο αποθησαυρισμού. Και είναι άλλο να αυξήσει τη φορολογική πίεση στη ροή των τρεχουσών συναλλαγών κατανάλωσης και, γενικότερα, στα τρέχοντα εισοδήματα που προκύπτουν από την προσφορά και τη ζήτηση ικανοτήτων σε εργασία. Την οποία άλλωστε διαθέτουν μόνον όσοι τυχεροί διατηρούν ακόμη την απασχόλησή τους.

Στον παράδοξο σοσιαλιστικό αποκρυφισμό, με τον οποίο ελπίζουν να διοικήσουν τη φορολογική πολιτική του ελληνικού κράτους την εποχή του Μνημονίου, πολλοί είναι εκείνοι που έχουν μπερδέψει την ανάγκη να αποκαλυφθεί η φοροκλοπή με την υποχρέωση των πολιτών να πραγματοποιούν ανοιχτές και όχι «γκρίζες» συναλλαγές. Είναι προφανές ότι το υπουργείο Οικονομικών είναι και πάλι θύμα της επιτυχίας του.

Πρώτον, όπως ήταν αναμενόμενο, η απότομη και ταυτόχρονη αύξηση των φόρων περιόρισε τη δαπάνη. Επειδή κάθε νέα μονάδα κατανάλωσης οδηγεί σε καταβολή πολλαπλάσιου φόρου, μειώθηκε τελικά η ίδια η κατανάλωση, πολύ περισσότερο από όσο θέλουμε να νομίζουμε με τα διαθέσιμα μέχρι στιγμής στοιχεία.

Επιπλέον, τα νοικοκυριά αυξάνουν με δραματικό ρυθμό την προσπάθεια αποταμίευσής τους. Προκειμένου, είτε να αναπληρώσουν μέρος της μειωμένης έκθεσης σε νέο δανεισμό είτε να αντιμετωπίσουν το κόστος εξυπηρέτησης των δανείων τους είτε να καλυφθούν έναντι αυξημένων μελλοντικών κινδύνων. Κυρίως αυτόν που θα περιορίσει το νέο εισόδημα ή θα το απαλείψει, όπως συμβαίνει με την απώλεια ευκαιριών απασχόλησης.

Κατ’ αναλογία, οι επιχειρήσεις αυξάνουν με δραματικό τρόπο την εξοικονόμηση των συνεχώς ολιγότερων πόρων τους, κυρίως επειδή προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την απώλεια νέων δανειακών κεφαλαίων. Κυρίως λόγω της πιστωτικής ασφυξίας, αλλά και την αδυναμίας των μετόχων να συγκεντρώσουν νέα κεφάλαια.

Τελικά, μια αύξηση της επιθυμίας για αποταμίευση είναι δυνατόν να οδηγήσει σε μείωση των προγραμματισμένων επενδύσεων και, επομένως, ανάλογη μείωση του φορολογικού εισοδήματος του κράτους, όπως δείχνει το αποκαλούμενο και παράδοξο της φειδούς. Ο πολλαπλασιαστής της επενδυτικής δαπάνης δρα πλέον αντιστρόφως. Αντί η σταθεροποίηση της οικονομίας να οδηγεί σε περισσότερες ευκαιρίες επένδυσης, η οικονομία οδηγείται σε χαμηλότερο επίπεδο εισοδήματος.

Επομένως, όσο υπουργοί και επόπτες των πιστωτών μας, μοιράζονται φιλοφρονήσεις περί «ταχείας προσαρμογής» μας, τόσο θα βαθαίνουν τα σημάδια από τις χειροπέδες στασιμοπληθωρισμού, που πέρασαν στα χέρια της ελληνικής οικονομίας. Οταν θα αντιμετωπίζουμε τον βαρύ χειμώνα να θυμάστε πόσο ακριβά πληρώνουμε τον κρατισμό της κυβέρνησης. Το «μεικτό συνεργείο», που έγραψε το Μνημόνιο Αναχρηματοδότησης Ελληνικού Χρέους «στο πόδι», δεν θα μπορούσε να τα έχει καταφέρει χειρότερα!


Τις λύσεις σε προβλήματα όπως αυτό του ΟΣΕ και τα ίδια αλλού, τις σκέφτονται και τις εφαρμόζουν άνθρωποι. Τα ειδικευμένα στελέχη. Το «σχέδιο» του Γιώργου Παπανδρέου να τοποθετήσει τους αξιότερους έχει (αυτο)γελοιοποιηθεί στις περισσότερες περιπτώσεις. Διακριτικά, όλοι παραδέχονται τώρα, πως χωρίς ικανά και καλά πληρωμένα στελέχη, δεν θα κάνουν παρά μια τρύπα στο νερό. Κι αυτή πανάκριβη!

Ο πρωθυπουργός πιάστηκε στο δόκανο που πίστευε πως έχει στήσει στον βασικό πολιτικό του αντίπαλο. Τον κατηγόρησε για τα γκόλντεν μπόις, επέτρεψε να κατασκευαστούν χύδην κατηγορίες, κατηύθυναν τη Δικαιοσύνη, δημιουργώντας νοσηρή ατμόσφαιρα απειλών και απαξίας για τη δουλειά σοβαρών επαγγελματιών και υπηρεσιακών παραγόντων. Ετσι, όμως, δεν κατόρθωσε ούτε τους καλύτερους να διαλέξει ούτε εμπόδισε τους πολιτευτές του ΠΑΣΟΚ να βάλουν τα δικά τους παιδιά, όπως δεν θα κατορθώσει να ξεφύγει από τον συνδυασμό της μετριοκρατίας με την κλεπτοκρατία. Γι’ αυτό πληθαίνουν τα κόκκινα λαμπάκια στους πίνακες ελέγχου επιδόσεων του Μαξίμου.

Είναι πράγματι δυσκολότερο να αντιμετωπίσεις την κόπρο των σιδηροδρόμων με εφόδιο το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής, την εργασιακή εμπειρία τέως βουλευτή, την ιδιότητα του ιδρυτικού μέλους της ΠΑΣΠ ή τη διάκριση του αιρετού γραμματέα στην Παγκόσμια Οργάνωση – Διακοινοβουλευτική Συνέλευση Ορθοδοξίας!

Εκτός αν ο πρόεδρος σού είχε εμπιστευθεί να συντάξεις το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ για τις μεταφορές. Στο οποίο, προφανώς, ο ΟΣΕ άνοιγε νέους δρόμους, οι νοικοκυραίοι των φορτηγών διπλασίαζαν την άυλη περιουσία των κρατικών αδειών, το τραμ θα συνέχιζε να μαζεύει δεκάδες εκατομμύρια ζημιών, το εισιτήριο στα αστικά της πρωτεύουσας δεν θα επιβάρυνε άλλο το «λαϊκό» εισόδημα. Προφανώς, στην ελληνική, την οποία όμως δεν ομιλούν στις Βρυξέλλες όπου όμως σου έτριψαν το «πρόγραμμα» σε άπταιστα αγγλικά. Και κάπου εδώ ξυπνήσαμε!

Η κυβέρνηση δεν κρύβει την απέχθειά της για τη δουλειά που μπορούν να κάνουν καλοί επαγγελματίες, πολύ καλά πληρωμένοι. Στη Μεγ. Βρετανία αποφάσισαν επίσης να μειώσουν τις αμοιβές των στελεχών του δημόσιου τομέα. Ετσι, ο διευθύνων σύμβουλος της ραδιοτηλεοπτικής αρχής θα δει τις ετήσιες αμοιβές του να μειώνονται σε 458.055 ευρώ από 470.467 ευρώ. Στον ίδιο οργανισμό, οι οικονομίες θα γίνουν με μείωση προσωπικού και τις άλλες, απαραίτητες, περικοπές. Η αμοιβή του διευθύνοντος Εντ Ρίτσαρντς είχε, προεκλογικώς, χρησιμοποιηθεί από τον σημερινό πρωθυπουργό Κάμερον ως χαρακτηριστικό παράδειγμα σπατάλης του δημόσιου χρήματος.

Γιατί άραγε οι πολιτικοί στα μεγάλα κράτη παραμένουν λογικοί, ακόμη κι όταν συγκρούονται; Γιατί οι δικοί μας πρέπει να συμπεριφέρονται σαν τα μικρά παιδιά που συγκροτούν συνοικιακές συμμορίες, σαν να είναι οι Τζετς και οι Σαρκς του Γουέστ Σάιντ Στόρ; Ο Γιώργος Παπανδρέου κατόρθωσε να επαναλάβει το λάθος του πατέρα του όταν εκείνος είχε βάλει τον Κουτσόγιωργα να καταργήσει σε μια νύχτα τους γενικούς διευθυντές των υπουργείων.

Στη Δημόσια Διοίκηση δεν υπάρχουν, πλέον, στελέχη. Η διάλυση που κατάφερε η καραμανλική «επανίδρυση», ολοκληρώθηκε με τις ανοιχτές διαδικασίες του όπεν γκαβ! Και, κερασάκι στην σοσιαλιστική τούρτα των δήθεν οικονομιών, ορίστηκε πως η ανώτατη αμοιβή, σε ολόκληρο το Δημόσιο, δεν πρέπει να ξεπερνά όσα έχει λαμβάνειν ο γενικός γραμματέας (όπως στο ανωτέρω παράδειγμά μας): 5.850 ευρώ ακαθάριστα ή 3.800 καθαρά, επί δώδεκα (πλέον!) δηλαδή, ετησίως 45.600 ευρώ.

Συγχαρητήρια! Στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ, την εταιρεία που διακινεί τους (λιγοστούς) επιβάτες η μέση αμοιβή το 2008 ανήλθε σε 77.226,5 ευρώ. Μην εκπλήσσεσθε. Το ίδιο συμβαίνει σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις. Μάλιστα, σε όσες έχουν και τη μετοχή τους «κρεμασμένη» στο χρηματιστηριακό ταμπλό, οι αμοιβές είναι ακόμη καλύτερες.

Σε καμία περίπτωση, σε καμία εταιρεία του ιδιωτικού τομέα δεν θα βρείτε κάτι παρόμοιο. Θα βρείτε όμως σεβασμό στην ειδίκευση, στις δύσκολες συνθήκες εργασίας και, ευτυχώς, στην απόδοση των στελεχών. Ο,τι ακριβώς λείπει από τον κρατικό τομέα.

Ο καλύτερος νόμος που είχαμε στο ζήτημα επιλογής και αξιοποίησης στελεχών για τον δημόσιο τομέα ήταν ο 2414 του 1996. Η επιλογή του ανώτερου μάνατζμεντ γινόταν μέσα στην αγορά και το ύψος της αμοιβής ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης. Δόθηκαν τότε αμοιβές άνω των 200 χιλιάδων ετησίως. Είχες όμως κάποιον από τον οποίο μπορούσες να ζητήσεις τις ευθύνες για τις οποίες πληρωνόταν. Δυστυχώς, η Ν.Δ. κατήργησε τον νόμο και επέτρεψε την απόλυση όλων των στελεχών χωρίς αποζημίωση, όπερ και εγένετο. Δεν έμενε παρά να έρθει ο κ. Ρέππας ο οποίος, μαθαίνω, έχει ζητήσει και έχει πάρει ήδη την παραίτηση από όλα τα στελέχη που έχει διορίσει στις τόσες δημόσιες επιχειρήσεις εποπτεύει. Ο τέλειος εξευτελισμός. Και των χρημάτων μας και της υπολήψεώς μας.


Οι ευρωπαϊκές τράπεζες τα κατάφεραν καλά. Μαζί τους και οι ελληνικές. Με τη βοήθεια, βεβαίως, των Ελλήνων αλλά και των Ευρωπαίων φορολογουμένων. Αποδεικνύεται τώρα πως ένα από τα πλέον επικριθέντα μέτρα, το πακέτο Αλογοσκούφη που έβαλε στο τραπέζι 28 δισ. ευρώ, προκειμένου οι τράπεζες να ενισχύσουν τα κεφάλαιά τους και να αναδιανείμουν πιστώσεις στην οικονομία ήταν μια σωστή κίνηση.

Αλλωστε, οι τόσο επικριτικοί, μέχρι και λίγο μετά τις εκλογές που κέρδισαν, άνθρωποι του ΠΑΣΟΚ, όχι μόνον συμφωνούν και απολαμβάνουν με ανακούφιση από την εφαρμογή εκείνου του μέτρου, αλλά έχουν ήδη ψηφίσει άλλα 15 δισ. ευρώ ρευστότητας, μαζί με άλλα μέτρα του Μνημονίου. Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέται κανείς γιατί αποκαλούμε τους δύο αυτούς σχηματισμούς «κόμματα εξουσίας», αφού μόλις βρεθούν στην αντιπολίτευση συμπεριφέρονται με ατελείωτη ανευθυνότητα.

Πάντως, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, που φρόντιζε την εποχή εκείνη να φτάνει παντού ο ανόητος λόγος του αντιπολιτευόμενου ΠΑΣΟΚ, δεν άργησε, το βράδυ της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων της ευρωπαϊκής διατραπεζικής δοκιμασίας να σημειώσει πως τα αποτελέσματα «δείχνουν ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα μπορεί να αντεπεξέρχεται ακόμη και σε συνθήκες πολύ δυσκολότερες από τις σημερινές».

Ωστόσο, ο υπουργός Οικονομικών πρέπει να λάβει υπόψη του ότι στο σκληρότερο σενάριο του τεστ δεν έχουν δοκιμαστεί τα μέτρα που ήδη ψήφισε η συνάδελφός του Λούκα Κατσέλη. Αν σπεύσουν οι κατάλληλοι δικηγόροι να παροτρύνουν πελάτες τραπεζών που τα φέρνουν δύσκολα και δημιουργήσουν το κατάλληλο ψυχοπονιάρικο ρεύμα στους δικαστές (δεν θέλει και πολύ, προκειμένου και οι τελευταίοι αυτοί να «ευλογήσουν» τα δικά τους «γένια») τότε οι τράπεζες θα ζήσουν την πραγματική καταστροφή.

Γιατί αυτό που πραγματικά απειλεί το τραπεζικό μας σύστημα είναι η απουσία επιχειρήσεων και νοικοκυριών που αξίζουν τον δανεισμό τους. Χρειάζεται, για παράδειγμα, βαθμολογία από οίκους αξιολόγησης. Αν αυτό συνέβαινε, μόνον μερικές εκατοντάδες επιχειρήσεις θα πλησίαζαν τις τράπεζες. Θα έπρεπε οι ισολογισμοί να υπόκεινται σε αυστηρότατη βάσανο ορκωτών. Κυρίως όμως το μάνατζμεντ της εταιρείας πρέπει να πείθει πως διαθέτει την ηθική υπόσταση που το κάνει να αντιλαμβάνεται πως τα δανειζόμενα κεφάλαια πρέπει να επιστραφούν.

Η παρούσα δοκιμασία επέτρεψε στην κυβέρνηση να αρχίσει να αντιλαμβάνεται πόσο σημαντικές είναι οι συμμετοχές της στον τραπεζικό τομέα, ώστε να παύσει να τις θέτει σε διαρκή κίνδυνο. Το υπουργείο Οικονομικών υπογράμμισε ότι «προτίθεται να ενισχύσει την κεφαλαιακή επάρκεια της Αγροτικής Τράπεζας, συμμετέχοντας στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου», όπως ζητεί τους τελευταίους μήνες ο διοικητής της Θόδωρος Πανταλάκης.

Ο πρόεδρος του Ομίλου της Πειραιώς πληροφορήθηκε ότι η διπλή πρότασή του δεν περπατά και θα χρειαστεί μεγαλύτερη προετοιμασία, όπως παραδέχτηκε, αν θέλει να συμμετάσχει στην απόκτηση του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, αν βεβαίως προχωρήσει η κυβέρνηση μέχρι τον χειμώνα.

Η Εθνική Τράπεζα θα πρέπει να σταματήσει οιαδήποτε περαιτέρω αγορά κρατικών ομολόγων, προκειμένου να ξαναβρεθεί στην πρώτη θέση μεταξύ των ελληνικών τραπεζών, αλλά και να πείσει τους διεθνείς επενδυτές πως η κυβέρνηση δεν μπορεί να επηρεάσει την ανεξάρτητη κρίση του, υψηλής επαγγελματικής επάρκειας, μάνατζμεντ. Οσο για τις δύο πλήρως ιδιωτικές τράπεζες, που πέτυχαν την καλύτερη βαθμολογία σε συνθήκες ανοιχτής κρίσης, Alpha και Eurobank, έχουν την ευκαιρία να ανασυνταχθούν, προκειμένου να επιστρέψουν τα σημαντικά ποσά (από 1 δισ. ευρώ η καθεμιά) που χρωστούν στο κράτος, ήδη στο πρώτο εξάμηνο του 2011, προκειμένου να αποχωρήσει από τα διοικητικά τους συμβούλια ο «κρατικός επόπτης» και να ανακτήσουν πλήρη ελευθερία κινήσεων.

Το σπουδαιότερο, όμως, μήνυμα του στρες τεστ απευθύνεται στους αποταμιευτές. Κατανοούν τώρα ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν είναι φορτωμένες με τοξικά προϊόντα και πως ο πραγματικός κίνδυνος είναι τελικά το κράτος. Ο μεγάλος κίνδυνος είναι το κρατικό ομόλογο. Αν μάλιστα όλες οι τράπεζες γίνουν αυστηρότερες σε συγκεκριμένες κατηγορίες διάθεσης κεφαλαίων, οι πολίτες-φορολούμενοι-καταθέτες-μέτοχοι, οφείλουν να παραδεχθούν πως το μάνατζμεντ των ελληνικών τραπεζών έκανε τη δουλειά του και, μάλιστα, χωρίς να ξεπεράσει κάποια όρια ηθικής κοσμιότητος στις αμοιβές του. Θα ήταν ορθό να επιβεβαιωθεί η εμπιστοσύνη αυτή από το τμήμα εκείνο των καταθετών που πάντοτε ευνοήθηκαν από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και όμως πρώτο αυτό έσπευσε να αποσύρει τα διαθέσιμά του προς άλλες «πατρίδες».

Οι κύπριες αδελφές τράπεζες, για παράδειγμα (Κύπρου, Marfin) που τα πήγαν πολύ καλά με το τεστ, θα κατανοήσουν τώρα καλύτερα την ασφάλεια της ελλαδικής αγοράς. Τελευταίο, αλλά με την ξεχωριστή δική του σημασία: οι γαλλικές (και μια βρετανική) τράπεζες που έχουν ελληνικά συμφέροντα (Emporiki-Credit Africole, Geniki-Societe Generale), ευκολότερα θα διευθετήσουν τα σχέδιά τους για την περιοχή μας. Δεν μένει πλέον, παρά η καλύτερη προετοιμασία για την επόμενη δοκιμασία, του Σεπτεμβρίου.


Στο θέμα του πληθωρισμού, η κυρία Κατσέλη έχει μεγαλύτερο δίκαιο από τον κύριο Παπακωνσταντίνου: φταίνε οι φόροι. Oμως, η υπουργός Οικονομίας (Βιομηχανίας, Ανταγωνιστικότητας, Ναυτιλίας, Εμπορίου, Επενδύσεων, ΕΣΠΑ, Τεχνολογίας κ. λπ.) έχει σοβαρότατες ευθύνες όταν αρνείται να συνεισφέρει στη μάχη του υπουργού Μνημονίου (και Οικονομικών). Τελικά, ο μόνος υπουργός της κυβέρνησης Παπανδρέου που συναρμολόγησε τα δύο πιο αποτελεσματικά όπλα εναντίον του πληθωρισμού είναι ο Ανδρέας Λοβέρδος, υπουργός Εργασίας. Με το νέο ασφαλιστικό περιορίζει μακροχρόνια την κρατική δαπάνη. Με τις πρώτες διατάξεις για το νέο εργασιακά πλαίσιο συγκρατεί το κόστος εργασίας, διευκολύνει την απασχόληση και προσφέρει αναχώματα στην άγρια επέκταση της ανεργίας.

Η πρώτη σοβαρή ήττα των «Σωτήρων» ήταν η υπερήφανη μετακύλιση στις τιμές καταναλωτή, που πέτυχε η περήφανη ελληνική επιχειρηματικότητα, όλων των φόρων τους οποίους με θαυμαστή επιμονή περνάει η κυβέρνηση τους πέντε από τους οκτώ μήνες που διαχειρίζεται τα δημόσια οικονομικά. Ο ιδιωτικός τομέας χωρίζεται σε δύο κύριους χώρους: εκείνον που είναι εκτεθειμένος στον διεθνή ανταγωνισμό και τον «εθνικό». Ετσι, όμως, οι ανοιχτές στον ανταγωνισμό μονάδες υπόκεινται σε διπλή πίεση: στη φορολογική μανία του κ. Παπακωνσταντίνου, αλλά και στην ζεμαν-φουτίστικη συμπεριφορά των «ελληνικών» μεσολαβητικών επιχειρήσεων. Διαβάστε την ομολογία του Ταμείου: «Υποεκτιμήσαμε πλήρως τις επιπτώσεις της έμμεσης φορολογίας στον πληθωρισμό και οφείλουμε να αναθεωρήσουμε τις προβλέψεις μας για τον πληθωρισμό στην επόμενη έκθεση προόδου. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι κάποιο τμήμα των επιπτώσεων από την άνοδο των φόρων απορροφήθηκε με τη συρρίκνωση των περιθωρίων (κέρδους) στις τιμές, γεγονός που αναδεικνύει τις ακαμψίες της αγοράς».

Κατά κανόνα, από τότε που μπήκαμε στην Eυρωζώνη, οι τιμές “μας” έτρεχαν δύο ή και τρεις φορές ταχύτερα από εκείνες της Eυρωζώνης. Κάπως έτσι εμπεδώθηκε η πεποίθηση ότι ζούμε στην ακριβότερη χώρα της Ευρώπης. Τυχαίο; Δεν νομίζω; (sic!) Λίγο πριν περάσουμε στο 2008, η απόσταση μεταξύ πληθωρισμού Ελλάδας και ευρωζωνικού είχε περιοριστεί στο ελάχιστο. Τώρα, η Eυρωζώνη κινείται κάτω από 1% κι εμείς περάσαμε το 5%! Συγκεκριμένα, βρισκόμαστε στο 5,2%, ενώ το ΔΝΤ περίμενε 1,9% για το 2010!

Αν δεν συμφωνούσαν οι εκπρόσωποι των συντελεστών παραγωγής στη διατήρηση των αμοιβών στο ονομαστικό επίπεδο στο οποίο διαμορφώθηκαν με την τελευταία αύξηση της παλαιάς συλλογικής σύμβασης, η νέα καταστροφή στην ανταγωνιστικότητα θα ήταν συντριπτική. Αν σήμερα το Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ προβλέπει ανεργία (χωρίς τον φερετζέ!) στο 20%, πόση θα έπρεπε να προβλέψει αν η κοινωνία μας επανελάμβανε το λάθος της προηγούμενης, διετούς, περιόδου των σούπερ πληθωριστικών συμφωνιών;

Πάντως, οι οικονομολόγοι της Alpha Bank παρατηρούν, αντίθετα με την εκτίμηση του Ταμείου, ότι τα περιθώρια κέρδους στις μεγάλες επιχειρήσεις ήταν ήδη χαμηλά και η προηγηθείσα περίοδος ύφεσης υποχρέωσε σε περαιτέρω συρρίκνωσή τους «ιδιαίτερα σε εκείνους που παρατηρείται μεγάλη πτώση της ζήτησης». Επομένως, η μόνη λύση είναι να περιορίσει το κράτος τους φόρους του. Σε κάθε περίπτωση, και του χρόνου, ο ελληνικός πληθωρισμός θα είναι η πρώτη ήττα του Μνημονίου!


Αν ρωτούσε κανείς κάποιον δημοσιογράφο αν γνωρίζει την ταυτότητα ορισμένων ανωνύμων υβριστών του Διαδικτύου θα άκουγε: «Ο τάδε είναι! Αλλά δεν το λέει!». Η ηχηρή σιωπή που συνοδεύει, τα τελευταία χρόνια, ένα από τα πλέον επικίνδυνα για τη δημοσιογραφία φαινόμενα είναι (συν)υπεύθυνη για τον βίαιο θάνατο ενός ανθρώπου, ενός δημοσιογράφου. Οσο αποκρύπτουμε την αλήθεια που ενοχλεί, ενώ κρυφοκουβεντιάζουμε όσα θα έπρεπε να συζητούμε ανοιχτά και με θάρρος, προσφέρουμε τη χειρότερη υπηρεσία στον τόπο και στους ανθρώπους του. Ολους μαζί και τον καθένα χωριστά. Τα ψεύτικα δάκρυα όσων σπεύδουν να εκμεταλλευθούν τον ανθρώπινο πόνο, αυτό ακριβώς επιδιώκουν: να αποκρύψουν τις ευθύνες τους.

Μπλογκς όπως αυτό που δημιούργησε και συντήρησε ο μακαρίτης Γκιόλιας, ενίσχυσε την ηλεκτρονική παραδημοσιογραφία. Παρόμοιες προσεγγίσεις της κοινής γνώμης, ποτέ δεν καλλιέργησαν και ούτε πρόκειται ποτέ να ενισχύσουν την ελευθερία γνώμης και την αποκάλυψη όσων αμαρτημάτων οι διάφορες εξουσίες επιδιώκουν να αποκρύψουν. Η ανωνυμία δεν είναι το εμπόδιο. Εμπόδιο είναι η απόκρυψη πραγματικών προθέσεων, η αδιαφορία για τις επιπτώσεις και ο φασιστικής αντιλήψεως εξευτελισμός της προσωπικότητας όσων «πέφτουν στα νύχια» των πολλαπλών μπλογκο-ζηλωτών που ιδρώνουν, ώστε «τίποτε να μη γράφεται τυχαία!», όπως διαβεβαίωνε η απειλητική προμετωπίδα του συμπαθούς θηριόμορφου θηλαστικού.

Η δυσκολία, λόγω της συσσώρευσης ζημιών που μπορεί να επιφέρουν οι αστικές αγωγές, των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης, στην περίπτωση των εφημερίδων, να συντηρηθούν τα επιθετικά «παραπολιτικά» σχόλια, απελευθέρωσε τον ζωτικό χώρο που με ευκολία καλύπτει η νέα ελευθερία που έφερε το Διαδίκτυο. Εξάλλου, η πραγματική απειλή της δημοσιογραφίας, που κάποιοι – κάποτε αποκάλεσαν «λειτούργημα», είναι ο συνδυασμός των δικτυακών μπλογκο-απειλών, με τη «μόδα» των πλουσίων προσφορών από δήθεν αποκαλυπτικά φύλλα, αλλά και τη συστηματική ανάδειξη των εμπνευστών και, κατά κανόνα, διευθυντών τους σε φαντασμαγορικές, εμετικού περιεχομένου, τηλεοπτικές παραγωγές.

Το μείγμα ήταν απίθανο. Στηρίχθηκε και πέτυχε να καθιερωθεί επειδή ένα μεγάλο μέρος των ταγών της δημοσιογραφίας είτε αδιαφόρησαν είτε είχαν ήδη εκτεθεί είτε φρόντισαν εγκαίρως να «συνεργαστούν». Και, τελικά, η κυρίαρχη Αγορά, με την επιτυχία των φύλλων, τα χτυπήματα των μπλογκς και τη καλοκουρδισμένη θεαματικότητα, γονάτισε όλες τις αξίες της δημοκρατίας και της δεοντολογίας που δεν είχαν ήδη υποβιβαστεί. Το εθνικό λάιφ-στάιλ έδειχνε ότι μπορεί να κερδίσει όποιον τολμήσει να του αντισταθεί, επειδή είχε παντρευτεί το χρήμα και επειδή οι μεγάλες οικογένειες αυτού του τόπου, πολιτικές και οικονομικές, προτίμησαν να αγοράσουν την ησυχία τους, παρά να ταλαιπωρούνται με σταυροφορίες.

Είδαμε το αποκορύφωμα όταν μια αποτυχημένη αυτοκτονία και ένας «παράνομος» δεσμός, συνάντησαν την οργισμένη φαντασία «σοβαρών» τηλεσχολιαστών και υποχρέωσαν το «καθεστώς Καραμανλή» να πίνει καφέ για να ανταλλάξει το CD της ντροπής με τη φορολογική φυγάδευση του κομιστή. Αν αυτή τη νοοτροπία και την πρακτική αλισβερισίου εννοούσε ο πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ όταν αναφέρθηκε σε «μαχόμενη ερευνητική δημοσιογραφία», τότε πρέπει να ντρεπόμαστε γιατί μιλάμε όλοι την ίδια Ελληνική γλώσσα, για την οποία νόμιζα ότι με την ακρίβεια των νοημάτων εμποδίζει τη διατύπωση τόσο χοντροκομμένων ψευδολογιών.

Στον παρισινό Μάη του ’68, μια όμορφη αφίσα εξηγούσε πως το περίστροφο είναι η απόληξη της εξεγερμένης σκέψης όσων ήθελαν, και τότε και πάντα, να αλλάξουν τον κόσμο. Ομως, από εκεί και μέχρι σήμερα ο δυτικός πολιτισμός, στον οποίο συμμετέχουμε, βρήκε πολλαπλούς τρόπους και δρόμους συζήτησης, διαφωνίας, ανάδειξης νέων απαιτήσεων και, τελικά, ανασύνθεσης της πραγματικότητας που μοιραζόμαστε. Αυτή η εξέλιξη έφερε την ελευθερία καθενός, που εκφράζεται στα όμορφα νέφη του Διαδικτύου. Ας μην αφήσουμε τον βούρκο και το έγκλημα να μαγαρίσει και αυτή την κατάκτηση. Ας δούμε τα λάθη μας κι ας είμαστε όλοι εκεί όταν θα βρούμε τις λύσεις.


Απαγόρευε το Μνημόνιο τις αυξήσεις των αμοιβών στον ιδιωτικό τομέα; Σημαίνει, λοιπόν, η υπογραφή της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) ότι «ανατράπηκε και ξεπεράστηκε η απαίτηση και απαγόρευση για μηδενικές αυξήσεις», και μάλιστα «ακυρώνοντας την απαγόρευση της τρόικας και των δανειστών», όπως διαλαλεί η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ.

Δηλαδή, δεν είναι «Πουλημένη στο κεφάλαιο η ΓΣΕΕ (που) υπέγραψε τριετή σύμβαση μείωσης μισθών», όπως την κατηγορεί το Κ.Κ.; Σε ποιον τελικά ανήκει η «διάσωση» της ΕΓΣΣΕ αφού, στην αντίληψη του εκπροσώπου του ΣΕΒ, η συμφωνία «αποτυπώνει τη βούληση του ιδιωτικού τομέα -που παραμένει ζωντανός- να προστατεύσει το εισόδημα των εργαζομένων του»;

Μάζεψε, στο μεταξύ και η κυβέρνηση τα δικά της «ψίχουλα δημοσιότητας», με την προ ολίγων εβδομάδων παρότρυνση-παρέμβαση του πρωθυπουργού «συμφωνήστε εσείς ακόμη κι αν δεν είναι πάγωμα αμοιβών, κι ας ξεπερνά το Μνημόνιο». Κι ας είχε, τις ίδιες, περίπου, μέρες ο υπουργός Οικονομικών δείξει προς την αντίθετη κατεύθυνση, κηρύσσοντας την ανάγκη παγώματος των ονομαστικών αμοιβών για μια τριετία.

Αλήθεια, γιατί είναι, σήμερα, σωστό και αποδεκτό να μην προσαρμόζονται οι ονομαστικές αμοιβές περισσότερο από τον μέσο πληθωρισμό της ζώνης στην οποία τυπώνεται το νόμισμά μας και δεν ήταν τα προηγούμενα χρόνια; Καμία εξήγηση, καμία αυτοκριτική ώστε κάπως να εξηγηθεί «πού πήγαν τα λεφτά» και πώς φτάσαμε να αγοράζουμε τόσα πολλά από τους Γερμανούς και άλλους κατασκευαστές των θαυμαστών καταναλωτικών αγαθών «μας». Δεν ήμασταν, τόσα χρόνια, η μοναδική χώρα στην οποία συνδικάτα, επιχειρήσεων και εργαζομένων, μοίραζαν ένα πληθωριστικό και δανεικό εισόδημα; Μεγαλώνοντας την τρύπα του προϋπολογισμού, του εμπορικού ισοζυγίου και των οικογενειακών χρεών.

Δυστυχώς, η «πασοκοδεξιά» πλειοψηφία της ΓΣΕΕ καλλιεργεί την ψεύτικη πεποίθηση ότι επιτεύχθηκε κάτι καλό για τους εργαζομένους επειδή δεν πέρασε η «απαγόρευση» του Μνημονίου. Είναι αλήθεια ότι μια από τις προϋποθέσεις των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ήταν και η «διασφάλιση ότι οι κατώτατοι μισθοί της τρέχουσας περιόδου θα παραμείνουν αμετάβλητοι σε ονομαστική αξία για 3 χρόνια» (Παράρτημα IV, σελ. 24).

Ηταν όμως απολύτως σαφές ότι η επιλογή αυτή, απαραίτητη για μια ταχεία διόρθωση της ανταγωνιστικότητας, δηλαδή μια αμεσότερη «εσωτερική υποτίμηση» τελούσε υπό την προϋπόθεση συμφωνίας των κοινωνικών εταίρων. Γι’ αυτό άλλωστε, στην ανάλυση στρατηγική του Μνημονίου σημειώνεται ότι «το πρόγραμμα δεν περιλαμβάνει όρους και προϋποθέσεις σχετικά με τους μισθούς του ιδιωτικού τομέα» (Εκθεση Ευρ. Επιτροπής, Occasional Papers 61, σελ. 26). Μάλιστα, στο ίδιο σημείο περιγράφεται πως «Αντίθετα, σημειώνεται στο ίδιο ντοκουμέντο, το πρόγραμμα προβλέπει ενίσχυση των μηχανισμών καθορισμού των μισθών η οποία θα υποστηρίξει την προσαρμογή μέσω των δυνάμεων της αγοράς».

Αυτή την ευθύνη ανέλαβαν όσοι κάθισαν στο τραπέζι της συζήτησης και την ίδια θα χρειαστεί να «εξειδικεύσουν» όσοι συζητήσουν σε κλαδικό ή ομοιοεπαγγελματικό επίπεδο, τις αντίστοιχες συμβάσεις. Η συνήθεια θέλει τις επερχόμενες της ΕΓΣΣΕ συζητήσεις να ξεκινούν από τα «ελάχιστα» αυτά και να προσθέτουν κάτι ακόμη, κάποτε μάλιστα κάτι πολύ καλύτερο. Στην παρούσα φάση, θα ήταν χρήσιμο να έχουν κατά νου την παράγραφο 7 του δεύτερου άρθρου του Νόμου με τον οποίο ενέκρινε η Βουλή τα Μέτρα Στήριξης, δηλαδή του Μνημονίου.

Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι οι όροι των ειδικότερων συμβάσεων (ομοιοεπαγγελματικών και κλαδικών) «μπορούν να αποκλίνουν έναντι των αντίστοιχων όρων της Εθνικής Σύμβασης». Δίνεται μάλιστα η δυνατότητα να «ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια» με απόφαση του υπουργού Εργασίας. Εδώ ακριβώς κρύβεται το «ζουμί». Προς τιμήν του, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιάννης Παναγόπουλος ζήτησε από τα κλαδικά συνδικάτα να δώσουν προτεραιότητα στην προστασία των θέσεων εργασίας» και υπογράμμισε ότι πρόκειται για το «μέγιστο διακύβευμα».

Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τον κ. Παναγόπουλο. Ομως, τα περισσότερα από τα μέλη του, οι μεγάλες ομοσπονδίες τραπεζικών, τηλεπικοινωνιών και άλλων Δεητζήδων ελάχιστα κινδυνεύουν με απώλεια ευκαιριών απασχόλησης. Γι’ αυτό νοιάζονται τόσο τσιφούτικα για το κεκτημένο εισόδημα. Το ίδιο ισχύει και στην επιχειρηματική πλευρά. Εδιναν αυξήσεις με τη «σιγουριά» ότι θα τα ξαναπάρουν πίσω από τους μισθωτούς «τους» με ένα καλό κέρδος.

Αυτό που συνδέει τις δύο λογικές είναι ο πληθωρισμός και η μόνη πραγματική αφαίμαξη της αγοραστικής δύναμης, που τον συνοδεύει. Αυτό απέδειξε, για μιαν ακόμη φορά, η βλακώδης όσο και καταστροφική επιμονή της πλειοψηφίας των επιχειρήσεων να περάσουν στις τιμές τους και τους φόρους και όσα τους αφαιρεί η μείωση του τζίρου, ακόμη και τον κίνδυνο μελλοντικής απώλειας εσόδων.

Οι εξελίξεις μέχρι στιγμής δικαιώνουν εκείνη την πλευρά που πιστεύει ότι μπορούμε να συνεχίσουμε να εξαπατούμε τους δανειστές και συμμάχους μας και, βεβαίως, τους φορολογουμένους των κρατών που μας έχουν δανείσει το σωσίβιο του Μνημονίου. Σίγουρα αυτό δεν αποτελεί νίκη κανενός, παρά μόνον ήττα της κοινής λογικής, της νοικοκυροσύνης και της φιλοτιμίας. Κρίμα!


Στην όμορφη χώρα μας, όταν κάποιος θέλει να διακόψει μια συζήτηση επί της ουσίας, συνήθως επειδή δεν τον «συμφέρει», ζητάει να παρέμβει «επί της διαδικασίας». Ο ίδιος άνθρωπος όμως, όταν οφείλει να εφαρμόσει συγκεκριμένη διαδικασία, όπως είναι ο νόμος, οι συναλλακτικές πρακτικές και η δεοντολογία, εμφανίζεται έτοιμος να τα αγνοήσει λέγοντας επιτιμητικά προς όσους δεν συμφωνούν: «Ελα μωρέ, μην είσαι τόσο τυπικός!»

Ο Μιχάλης Σάλλας είναι ένας έμπειρος «διοργανωτής συμφωνιών». Δεν χρειάζεται να αποδείξει την αξία του. Θα ήταν βεβαίως καλύτερα να έχει πείσει ενωρίτερα τους κύριους μετόχους του για τη θέση της τράπεζάς «τους» σε ενδεχόμενη αναδιάταξη του τραπεζικού συστήματος. Υπάρχουν πράγματα που γίνονται σε περιόδους ανάπτυξης και άλλα που υποχρεωτικώς συμβαίνουν σε περιόδους ύφεσης.

Σε καμία περίπτωση, ακόμη κι αν «ακούγονται» ίδια, η συγκέντρωση επιχειρηματικών οργανισμών δεν μπορεί να γίνει με τους ίδιους όρους όταν οι (τραπεζικές) αγελάδες είναι «παχιές» και όταν, όπως σήμερα, οι τράπεζές «μας» περνούν μια δύσκολη φάση καταβαράθρωσης της ρευστότητας και αμφισβήτησης της εμπιστοσύνης προς αυτές. Δηλαδή, τα δύο απαραίτητα συστατικά για να στέκεται όρθιος ένας τραπεζικός οργανισμός.

Ο πρόεδρος του Ομίλου Πειραιώς είναι και σήμερα, όπως και παλαιότερα, χρήσιμος. Πρώτος αυτός ξεκίνησε τον χορό των ιδιωτικοποιήσεων. Οταν, στις αρχές της δεκαετίας ’90, δεν «φοβήθηκε» τις παλαιότερες παραταξιακές σχέσεις του με το ΠΑΣΟΚ και άνοιξε πρώτος τον χορό των ιδιωτικοποιήσεων στη χώρα μας. Εκπρόσωπος τότε ομάδας επιχειρηματιών, αγόρασε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη τη μικρή Τράπεζας Πειραιώς, ψυχοπαίδι του φιλοβασιλικού Ανδρεάδη, αποπαίδι του εθνικοποιημένου από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και κρατικοποιημένου από τον Ανδρέα Παπανδρέου ομίλου της Εμπορικής Τράπεζας.

Από τότε έως σήμερα, όμως, ακόμη και στην Ελλάδα, εμπεδώθηκαν κάποιες, νομικά κατοχυρωμένες αλλά και αποδεκτές από την αγορά, διαδικασίες και συνήθειες. Ηταν εκτός νομικών διαδικασιών ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου όταν παρακινούσε, χωρίς να εξηγεί κάτι συγκεκριμένο, τη συγχώνευση τραπεζών. Για μιαν ακόμη φορά, ο υπουργός Οικονομικών συγχέει αυτόν το ρόλο του με εκείνον του news maker, για τον οποίο αρχικώς είχε επιλεγεί από τον Γιώργο Παπανδρέου. Είναι άλλο πράγμα να ασκείς οικονομική πολιτική και διαφορετικό να κουλαντρίζεις την προπαγάνδα. Στην περίπτωση της «πρότασης Σάλλα», η διαφορά αυτή μπορεί να καθορίσει τα χειρότερα και όχι απλώς τα αποσκοπούμενα. Αν ο κ. Παπακωνσταντίνου θέλει να πουλήσει την κρατική συμμετοχή στον τραπεζικό κλάδο, δεν έχει παρά να το ανακοινώσει και να το αναθέσει στην Επιτροπή Αποκρατικοποιήσεων. Οταν θα γνωρίζουμε ποιο είναι το πωλούμενο και με ποιους όρους πωλείται, τότε θα μπορούμε να κρίνουμε την πλέον συμφέρουσα λύση και την προσφορά που θα τη συνοδεύσει.

Στον τραπεζικό χώρο, οι περισσότεροι γνωρίζονται μεταξύ τους. Αυτό είναι χρήσιμο. Συχνά, οι υπεύθυνοι διευθύνοντες των οργανισμών που πρωταγωνιστούν στο σενάριο που, για την ώρα, χειρίζεται μόνος ο κ. Σάλλας, έχουν συνεργαστεί μεταξύ τους στην ίδια πλευρά του τραπεζιού. Για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις και σκιές, η ουσία θα διασφαλιστεί μόνον και εφόσον οι διαδικασίες είναι κρυστάλλινες. Στις υποθέσεις χρήματος, ουσία και διαδικασία έχουν απολύτως ταυτόσημη σημασία.




Follow

Get every new post delivered to your Inbox.