Τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι το 73,2% των νοικοκυριών κατέχουν το σπίτι στο οποίο κατοικούν. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες, μικρές σε μέγεθος και με ασταθείς επί πολλά έτη οικονομίες, εμφανίζουν παρόμοια ποσοστά. Το «κεραμίδι πάνω από το κεφάλι» είναι πρώτο στον προϋπολογισμό των νοικοκυριών. Η ακίνητη περιουσία ορίζει μεγάλο μέρος της δαπάνης και ρυθμίζει καθοριστικά το αίσθημα εμπιστοσύνης. Στις μεγάλες χώρες, υπάρχουν λιγότεροι ιδιοκτήτες κύριας κατοικίας. Το κοινωνικό κράτος φροντίζει ώστε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού να πληρώνει ελεγχόμενα ενοίκια, αφού η πρόοδος έκανε τη γη να κοστίζει πανάκριβα. Στις λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες η χαμηλότερη τιμή της γης σπρώχνει τα νοικοκυριά στην ιδιοκτησία.

Θα περίμενε κανείς να απομένει μεγαλύτερο μέρος εισοδήματος για όλες τις άλλες δαπάνες. Να αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά ευκολότερα τις δύσκολες στιγμές της παρούσας οικονομικής συγκυρίας. Όμως, κάτι τέτοιο, φαίνεται πως ισχύει μόνον στο πιο «στριμωγμένο» μέρος της κοινωνίας μας. Στον αγροτικό χώρο, στους συνταξιούχους, στα χαμηλότερα εισοδήματα μισθωτών. Κι όμως στην περίφημη μεσαία (και κεντρώα) τάξη πληθυσμού, η ιδιοκτησία δεν απαλλάσσει το νοικοκυριό από τη σχετική δαπάνη. Κατά κανόνα, τις τελευταίες δύο δεκαετίες, τα νοικοκυριά αυτά «μετακόμισαν» σε καλύτερες ιδιοκτησίες, επιβαρυνόμενα το πρόσθετο κόστος. Με τους ρυθμούς που φούσκωσαν οι τιμές των ακινήτων, ένα τεράστιο μερίδιο των εισοδημάτων έγινε «τούβλα και οικιακός εξοπλισμός». Με δύο λόγια, το πλεονέκτημα που θα έπρεπε να δίνει η ακίνητη ιδιοκτησία, μειώνεται δραστικά με αποτέλεσμα να περιορίζεται αντίστοιχα το διαθέσιμο εισόδημα.

Το δεύτερο στοιχείο που χρησιμεύει για την αποτίμηση της κατάστασης των νοικοκυριών είναι το μερίδιο του εισοδήματός τους που απορροφάται για διατροφή. Όσο πιο αναπτυγμένη μια οικονομία και, κυρίως, όσο πιο μεγάλο είναι το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, τόσο μικρότερο το μερίδιο των τροφίμων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα δαπανά μόλις 16,5 σε κάθε 100 ευρώ για τρόφιμα. Μάλιστα, σε εκείνα όπου εκδηλώνεται με τον χειρότερο τρόπο η παγκόσμια διατροφική κρίση, σιτηρά και δημητριακά, το ελληνικό νοικοκυριό ξοδεύει μόλις το 2,2% του συνόλου των δαπανών του. Το ποσοστό αυτό είναι 2,6% στην Ολλανδία, 2,3% στη Γαλλία και 2,4% στη Γερμανία, αλλά 5,7% στη Βουλγαρία. Είναι λοιπόν παράδοξο γιατί είχαμε μια τόσο μεγάλη αύξηση (κατά 14,8%) σε αυτά τα προϊόντα. Η αντίστοιχη «πίεση» ήταν 2,6% στη Γερμανία, 6,3% στην Ολλανδία, 6,6% στη Γαλλία, αλλά 38,4% στη Βουλγαρία.

Η ανεξήγητη διαφορά μεταξύ της ώριμης και ευρωπαϊκής πλέον ελληνικής αγοράς με τις άλλες, ωριμότερες και, κυρίως, μεγαλύτερες, ευρωπαϊκές αγορές είναι εξαιρετικά απλή και διπλή: μικρότερος ανταγωνισμός και «παχύ» πορτοφόλι. Τα τελευταία χρόνια είχαμε μεγαλύτερη συγκέντρωση στην αγορά, άρα λιγότερη αναδιάρθρωσή της και τιμαριθμική άνοδο των εισοδημάτων. Τα δύο μαζί προκαλούν την «ακρίβεια» για την οποία όλοι συζητούν. Δεν πρόκειται για εισβολή εξωτερικού εχθρού, αλλά για μια ελληνικότατη αρρώστια.



No Responses to “Ελληνικότατη ακρίβεια”  

  1. No Comments

Leave a Reply