Υπάρχουν τρεις πρακτικοί λόγοι που εξηγούν την τεράστια πληγή στις διεθνείς μας συναλλαγές. Τα κρατικά ελλείμματα, οι εκροές κεφαλαίων και των κερδών τους, ο τεράστιος (πέραν του κρατικού) τομέας που παραμένει «εκτός ανταγωνισμού». Και οι τρεις αιτίες οδηγούν στο οδυνηρό αποτέλεσμα, που περιγράφει το ισοζύγιο πληρωμών, επειδή οι πολιτικοί μας επιλέγουν την απελπιστικά αργή προσγείωση του πολίτη στην πραγματικότητα που μας περιβάλει. Η δεύτερη κυβέρνηση Σημίτη δεν ασχολήθηκε με την προσαρμογή της χώρας στο επίπεδο της ισοτιμίας που επελέγη για την είσοδό μας στο ευρώ. Η πρώτη κυβέρνηση Καραμανλή συμβιβάστηκε με έναν πληθωρισμό πολύ υψηλότερο από τον μέσο της ευρωζώνης.

Πάντως, ανεξαρτήτως λόγων, ένα τόσο μεγάλο έλλειμμα, δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς επιπτώσεις. Ας είναι καλά το ευρώ, οι επιπτώσεις δεν είναι άμεσες, όπως ήταν οι τρεις υποτιμήσεις της δραχμής (1983, 1985, 1998) μαζί με τη συνεχή διολίσθηση. Είναι όμως εξίσου σοβαρές. Όπως μας υπενθύμισε μελέτη της ομάδας του καθηγητή Γκίκα Χαρδούβελη στην τράπεζα Eurobank, η θεραπεία του εξωτερικού ελλείμματος φέρνει υποχρεωτικά τη μείωση των εισοδημάτων. Είτε με την αύξηση της ανεργίας, είτε με την άνοδο του πληθωρισμού. Επειδή αντιλαμβάνομαι ότι ήδη ερωτάτε για τα κέρδη, υπενθυμίζω ότι η προσαρμογή τους ακολουθεί αυτή των εισοδημάτων και δεν υπόκειται σε κάποια άλλη δύναμη, πλην, ίσως, της φορολογίας.

Όπως όμως κι αν δούμε το ζήτημα, καταλήγουμε πάντα στο ίδιο συμπέρασμα. Η ελληνική οικονομία δεν έχει επαρκή ανταγωνιστικότητα για να υποστηρίξει την άνοδο των εισοδημάτων. Δουλεύουμε λίγοι και δουλεύουμε «χαλαρά». Μια χαμηλή ανταγωνιστικότητα έχει δύο πλευρές. Η μία προκύπτει όταν συγκρίνουμε τιμές ομοειδών προϊόντων. Λόγω της ταχύτατης σύγκλισης των ελληνικών εισοδημάτων, οι τιμές στα προϊόντα αυτά έχουν ήδη συγκλίνει. Η άλλη προκύπτει όταν συγκρίνουμε ποιότητες προϊόντων και υπηρεσιών. Για παράδειγμα τυποποιημένο ελαιόλαδο και τουριστική εξυπηρέτηση. Έχοντας χάσει το πλεονέκτημα των φτηνών αμοιβών, αναμενόμενο μετά την ένταξή μας στην ευρωζώνη, φτάσαμε το εξωτερικό έλλειμμα στο 14% του εθνικού προϊόντος. Όλα αυτά σημαίνουν ένα βουνό από χρέη.

Ακόμη κι αν εξαιρέσουμε τις εισαγωγές πλοίων, που αποτελούν επένδυση και ισοφαρίζονται με την εισαγωγή κεφαλαίων, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η πετρελαϊκή υπερτίμηση θα υποχωρήσει σε κάποιο βαθμό, όσο κι αν οι ελληνικές επενδύσεις στο εξωτερικό αποδίδουν σοβαρά κέρδη, πρέπει να αλλάξουμε συνήθειες. Καταναλώνουμε το 71% του ΑΕΠ, όταν στην ευρωζώνη «σταματούν» στο 56%. Κι επειδή δεν μπορεί εμείς να είμαστε τόσο εξυπνότεροι, πρέπει να κάνουμε το ίδιο. Ο ασφαλής και ολιγότερο οδυνηρός τρόπος είναι να αυξήσουμε την αποταμίευσή μας. Όσο καθυστερούμε, τόσο περισσότερους φόρους θα βάζει ο εκάστοτε υπουργός Οικονομικών. Η περίοδος χάριτος του ευρώ, τελείωσε!