Ο Ολιβιέ Μπλανσάρ, διευθυντής οικονομικών ερευνών του ΔΝΤ, εξήγησε αυτή την εβδομάδα ότι το Ταμείο υποχρεώθηκε να κάνει δραματικές αναθεωρήσεις των προβλέψεών του καθώς το βάθος και η έκταση της κρίσης οδηγούν στη μεγαλύτερη μεταπολεμική καθίζηση. Η ενδιαφέρουσα παρατήρηση όμως είναι ότι αυτό αφορά κυρίως τις εξελιγμένες οικονομίες. Οι αναπτυσσόμενες και χαμηλότερου εισοδήματος οικονομίες θα εμφανίσουν πολύ μικρότερη (όχι όμως και λιγότερο σημαντική) υστέρηση.
Η Ελλάδα έχει χαρακτηριστικά που μας φέρνουν κοντά στις ώριμες οικονομίες. Κυρίως λόγω της ένταξής μας στο ευρώ και, παράλληλα, λόγω της λειτουργίας ενός αρκετά αναπτυγμένου εμπορικού και επενδυτικού τραπεζικού τομέα. Στην άλλη πλευρά, ο πολύ μεγάλος τομέας των υπηρεσιών επηρεάζεται πολύ από εξωτερικές εξελίξεις –με πρώτον τον τουρισμό, το μέγεθος των δημοσιονομικών περιορισμών –κυρίως λόγω του κόστους εξυπηρέτησης του τεράστιου δημόσιου χρέους, αλλά και τις απότομες αυξομειώσεις σε ορισμένα εξαγωγικά προϊόντα.
Με όλα τούτα κατα νου, η πρόβλεψη των υπηρεσιών της Κομισιόν για ανάπτυξη κατά 0,2% το 2009, όπως και αυτή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (0,5%) μπορούν εύκολα να αποδειχθούν εξαιρετικά απαισιόδοξες. Ένας ρυθμός πολύ κοντά στο 1% και μάλιστα από την πάνω πλευρά, της, έτσι κι αλλιώς, φτωχής επίδοσης είναι πιθανότερος. Και πάλι, παρόμοια αλλαγή έχει σημαντικές “ψυχολογικές” επιπτώσεις και μπορεί να επιφέρει σοβαρές αλλαγές συμπεριφοράς στην κατανάλωση, επηρεάζοντας τελικά και την τελική επίδοση.
Η χώρα μας διαθέτει ορισμένα κανάλια σοβαρότατης ενίσχυσης της οικονομίας της, τα οποία δεν επηρεάζονται με την κρίση, δεν δημιουργήθηκαν εξαιτίας της και δεν θα αλλάξουν εξαιτίας της. Δύο είναι τα σπουδαιότερα. Η εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας και ανάλογες κλαδικές τρέχουν στο δεύτερο έτος και δίνουν ονομαστικές προσαρμογές εισοδήματος από 6,5% ως και 8,5%. Με τον πληθωρισμό να έχει κάνει σοβαρή βουτιά, η οποία μπορεί να μην είναι “επαρκής” είναι όμως διαρκής, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα θα είναι πολύ μεγαλύτερο από το προηγούμενο έτος. Επομένως, όλα εξαρτώνται από την ισορροπία στο δίπολο κατανάλωση-αποταμίευση.
Η δυσπραγία των τραπεζών στη διάθεση νέων πιστώσεων με ρυθμούς εξίσου υψηλούς με το πρόσφατο παρελθόν, η συνεχιζόμενη οξύτατη κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ χρηματοπιστωτικών φορέων και η έλλειψη ιστορικής εμπειρίας σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά των ελληνικών νοικοκυριών σε πιστωτικές κρίσεις, οδηγούν σε κατάρρευση των αγορών χρήματος και κεφαλαίου, χαρακτηριστικό που μας φέρνει κοντά στις αναπτυγμένες οικονομίες. Αυτό μπορεί να ανατραπεί εφόσον οι τράπεζες μειώσουν δραστικά την αμοιβή μεσοπρόθεσμης αποταμίευσης και ταυτοχρόνως διευκολύνουν τα κανάλια των δανείων. Θα γνωρίζουμε καλύτερα το προσεχές φθινόπωρο.
Το δεύτερο κανάλι ενίσχυσης είναι βεβαίως τα κοινοτικά κεφάλαια. Αν κυβέρνηση και ενδιαφερόμενοι επιταχύνουν το ρυθμό απορρόφησης, όπως ελπίζουν να καταφέρουν, με μόνο εμπόδιο την καταβολή της εθνικής συμμετοχής που αναλογεί, τότε και αυτός ο αγωγός ενίσχυσης της οικονομίας θα λειτουργήσει υποστηρικτικά. Επικουρικά, η κυβέρνηση θα μπορούσε να αφαιρέσει μέρος των μεταβιβάσεων προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση, εφόσον δεν εξυπηρετούν αποδεδειγμένες επενδυτικές αποφάσεις, κίνηση που θα περιορίσει το σκάνδαλα της μαύρης χοάνης προς την οποία ομοιάζει πλέον το κανάλι αυτό της δημόσιας διαφθοράς.
Filed under: Οικονομικά | Leave a Comment