Στην Ευρώπη, οι τιμές των υπηρεσιών έδειξαν σοβαρή κάμψη. Οι τιμές των αγαθών είχαν ήδη πέσει με ρυθμούς που δεν είχαν παρατηρηθεί εδώ και πολλά χρόνια. Η ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία μετρά εδώ και λίγο καιρό έναν ειδικό δείκτη, που αφορά τις εξελίξεις σε συνήθεις καθημερινές δαπάνες (FROOPP ή Frequent Out-Of-Pocket Purchases), ο οποίος ήταν πάντοτες υψηλότερος από τον γενικό δείκτη τιμών. Η εξέλιξη αυτή αποδείκνυε, σύμφωνα με τους αναλυτές, ότι οι επιχειρήσεις στοχεύουν στα αγαθά που χρησιμοποιεί συχνότερα ο καταναλωτής στα οποία «συνηθίζει» να βλέπει προσαρμογές ενώ για τα «βαριά» αγαθά που καλύπτουν μακροπρόθεσμες ανάγκες έχει μεγαλύτερες δυνατότητες να συγκρίνει και να διαπραγματευθεί τις τιμές. Οι τιμές για τα froopp έδειξαν ξαφνικά μεγάλη κάμψη στις αρχές του έτους, γεγονός που επιβεβαιώνει τις επιπτώσεις της κρίσης στον πληθωρισμό.

Αντιθέτως, ο ελληνικός τιμάριθμος δεν φαίνεται να έχει καταστεί ακόμη ευαίσθητος σε παρόμοια αντιστροφή. Μπορεί οι τιμές βασικών προϊόντων να περιορίζονται προς τα κάτω, αρνείται όμως να υποταγεί ο τιμάριθμος των υπηρεσιών. Βεβαίως, κανείς δεν πιστεύει ότι ο πληθωρισμός είναι το πραγματικό τρέχον πρόβλημα της οικονομίας. Η μείωση του πληθωρισμού θα συνεχιστεί μέχρι και το φθινόπωρο, μόνον και μόνον για τεχνικούς λόγους, αφού μέχρι τότε καύσιμα και πρώτες ύλες είχαν οδηγήσει το δείκτη σχεδόν στο 5%. Όμως πρόβλημα υπάρχει γιατί πολλές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, αλλά και παραγωγής αγαθών, όχι μόνον δεν προχωρούν σε υποχώρηση των τιμών τους, αλλά συχνά επιδιώκουν αυξητικές προσαρμογές, γεγονός που αυξάνει την επιφυλακτικότητα των καταναλωτών, σε περίοδο απώλειας εμπιστοσύνης και σημαντικού περιορισμού του πιστωτικού χρήματος.

Η Ελλάδα κινδυνεύει, και δεν είναι η πρώτη φορά, να υποστεί πιέσεις οι οποίες θα μπορούσαν να αποφευχθούν αν οι αγορές της λειτουργούσαν πιο ανταγωνιστικά τα τελευταία χρόνια και αν το κράτος είχε φροντίσει να εξομαλύνει τα δημοσιονομικά του ανοίγματα. Παράδειγμα, η τεχνητή, αντιοικονομική και εξαιρετικά δαπανηρή συγκράτηση  των τιμών ενέργειας που παρέχει η ΔΕΗ όταν όλα έδειχναν ότι το ηλεκτρικό πρέπει να ακριβύνει, εξαφάνισε τις μειώσεις που θα έπρεπε τώρα να πέσουν στην κατανάλωση και μείωσε τα περιθώρια αυτοχρηματοδότησης σοβαρών επενδυτικών σχεδίων που θα απορροφούσαν τους τριγμούς στην απασχόληση και θα ενίσχυαν το εθνικό προϊόν. Αντιστοίχως, το κράτος μείωσε τη φορολόγηση τα προηγούμενα χρόνια της ταχείας αύξησης των εισοδημάτων, με αποτέλεσμα να διευκολύνει τον πληθωρισμό και την κατανάλωση, να εξαφανίσει την αποταμίευση και να φορτώσει με χρέη και τελικώς να αφοπλίσει τις άμυνες των νοικοκυριών στο ενδεχόμενο μιας κρίσης, όπως η τρέχουσα, που μπορεί να περιορίσει ξαφνικά το διαθέσιμο εισόδημα.

Το ελληνικό κράτος οδήγησε στα δικά του χνάρια του υπερδανεισμού και απώλειας του οικονομικού ορθολογισμού ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Πρώτον, τους δημόσιους υπαλλήλους οι οποίοι διαθέτουν πλήρη εξασφάλιση εργασίας και ικανοποιητικό οικογενειακό εισόδημα. Δεύτερον, τους συνταξιούχους και όσους στηρίζονται σε κοινωνικά βοηθήματα. Και στις δύο αυτές κατηγορίες δόθηκαν σημαντικές αυξήσεις τα τελευταία χρόνια δημιουργώντας την πεποίθηση ότι το κράτος θα συνεχίσει στο ίδιο ύψος την προσαρμογή των εισοδημάτων. Τρίτον, επιχειρήσεις που εξαρτώνται από κρατικές προμήθειες ή δημόσια έργα, οι οποίες αντιμετωπίζουν τώρα συνθήκες ασφυξίας από τις καθυστερήσεις πληρωμών στο δημόσιο τομέα.

Ο περιορισμός δαπανών του ευρύτερου δημόσιου τομέα έγινε απότομα. Σε συνδυασμό με την εξίσου απότομη μεταστροφή των τραπεζών, οι οποίες είτε αρνούνται εξολοκλήρου είτε περιορίζουν δραστικά την χρηματοδότηση των «κενών», που δημιουργεί η μείωση της κατανάλωσης και οι δυσκολίες πληρωμών, άλλαξαν πλήρως το τοπίου στο εμπόριο και την παραγωγή. Ο καταναλωτής είναι η μόνη λύση. Πρέπει να πειστεί να συντηρήσει το επίπεδο οικογενειακής κατανάλωσης σε «λογικό επίπεδο». Άλλο ο περιορισμός των υπερβολών και μάλιστα εκείνων που στηριζόντουσαν σε υπερβολικό δανεισμό και άλλο η πλήρης αναβολή και η δυσανάλογη μείωση τρεχουσών δαπανών. Σε τελευταία ανάλυση ο Έλληνας καταναλωτής πρέπει να στηρίξει την ελληνική παραγωγή και την ελληνική οικονομία. Διαφορετικά, με τη στάση του θα κάνει την κρίση χειρότερη και ίσως χείριστη. Καλό θα ήταν, προφανώς, να βοηθήσουν και οι επιχειρήσεις περιορίζοντας υπερθετικά το περιθώριο κέρδους για να κερδίσουν τη διατήρηση του τζίρου τους. Ώρα επιλογών για όλους!