Ετοιμασία για το χειρότερο
Θα μου επιτρέψετε να δω τα πράγματα από μια περισσότερο «αισιόδοξη» σκοπιά. Αν και δεν υπάρχουν πολλά επιχειρήματα για να επιχειρήσει κανείς κάτι παρόμοιο δίχως να χάσει τη σοβαρότητα των λεγομένων του. Είναι πάντως αλήθεια ότι η Ελλάδα, μετά το συγκλονιστικό γύρισμα της παγκόσμιας συγκυρίας δεν βρίσκεται – τουλάχιστον όχι ακόμη – στην χειρότερη θέση, σε σύγκριση τόσο με το πρόσφατο παρελθόν μας όσο και με πολλές από τους εταίρους μας στην ευρωζώνη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κρίση θα ήταν για εμάς «κατηγορίας φτερού», αν και εφόσον οι μετά το ευρώ κυβερνήσεις είχαν φροντίσει να συμμαζέψουν τα δημοσιονομικά, να διευκολύνουν τον ανταγωνισμό και να ανοίξουν την χώρα στις ευκαιρίες της παγκοσμιοποίησης. Ούτε ότι η κρίση για την Ελλάδα περιορίζεται στην άρνηση των διεθνών επενδυτών να μας δανείσουν επειδή ανησύχησαν (ξαφνικά!) για τα ομόλογά τους ή για τις βιτρίνες που κατεβάζουν οι κουκουλοφόροι. Μπορεί να είναι αυτός ο ενδόμυχος υπολογισμός των πολιτικών, όπως άλλωστε δύσκολα κρύβουν την ευτυχία του που το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μας έθεσε σε χρονικά σφικτή δημοσιονομική επιτήρηση!
Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα έχει εδώ και πάρα πολλά χρόνια, σχεδόν συστηματικά μετά το 1979-80, ένα πολύ σοβαρό δημοσιονομικό πρόβλημα. Το κράτος-κυβέρνηση αδυνατεί να εισπράξει με τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό τα έσοδα που απαιτεί η λειτουργία ενός αξιοπρεπώς σύγχρονου κράτους δικαίου. Κυρίως γιατί ολοένα και περισσότερο, ολοένα και με πιο υπόδουλο τρόπο, οι κομματικές κυβερνήσεις αφαιρούν φορολογητέα ύλη, σκανδαλωδώς εξαιρούν ή απαλλάσσουν συγκεκριμένες επαγγελματικές και πληθυσμιακές ομάδες από την ισότιμο και δίκαιη φορολογία. Ένα άδικο κράτος που είναι ταυτοχρόνως οργανωμένο με τον πλέον σπάταλο τρόπο είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί.
Γι αυτό άλλωστε, στη διάρκεια των τριάντα τελευταίων ετών, οι πολίτες αυτής της χώρας έχουν φορτωθεί με χρέη τα οποία ξεκινούν από το τεράστιο ποσό των 800 δις, κατά τους υπολογισμούς που είχε ανά χείρας ο επίτιμος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και εξέθεσε σε συνάντηση που διοργάνωσε ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος, διευθυντής του Ινστιτούτου Διπλωματίας και Διεθνών Εξελίξεων του Αμερικανικού Κολεγίου. Άλλοι υπολογισμοί, που εκτιμούν με τα νέα δεδομένα επιτοκίων το χρέος προς τα ασφαλιστικά ταμεία, κρίνουν ότι οι υποχρεώσεις μας έχουν ήδη ξεπεράσει το 1 τρισεκατομμύριο ευρώ. Που σημαίνει ότι χρωστούμε περίπου τέσσερις φορές το τρέχον ακαθάριστο εγχώριο προϊόν και πάνω από τέσσερις φορές τις τρέχουσες τοποθετήσεις μας σε σχεδόν ρευστά διαθέσιμα.
Είναι προφανές ότι η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερο από πολλά άλλα έθνη μια διεθνή αγορά κεφαλαίων στην οποία θα επανέλθει η εμπιστοσύνη και η ρευστότητα. Εξίσου προφανές είναι ότι επειδή η Ελλάδα δεν είναι τόσο κλειστή οικονομία όσο θέλουμε να πιστεύουμε, η επίπτωση μιας νέας μείωσης της οικονομικής δραστηριότητας στην ευρωζώνη αποκλείεται να μας αφήσει ανέπαφους. Οι τελευταίες εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου φέρνουν την ευρωζώνη να πέφτει κατά 3%. Ο συσχετισμός των ελληνικών μεγεθών είναι μεγαλύτερος όταν κινείται σε πτωτική τροχιά, δηλαδή παρασύρεται εντονότερα και, επομένως, είναι αδύνατο να έχουμε 4 εκατοστιαίες μονάδες διαφορά! Το πιθανότερο λοιπόν είναι να βρεθεί και η Ελλάδα σε αρνητική τροχιά, η οποία θα πλησιάσει το -2,0%-1,5%.
Στην προοπτική αυτή η κυβέρνηση πρέπει να σκεφτεί μέτρα για να ξαναχτίσει την εμπιστοσύνη με τις διεθνείς αγορές. Τέτοια θα μπορούσαν να είναι η τακτική και μηνιαία δημοσίευση της περικοπής δημοσίων δαπανών, ο αριθμός δημοσίων υπαλλήλων και το μέγεθος από τον περιορισμό της φοροδιαφυγής. Τέλος, όταν τα πράγματα πάνε άσκημα, μια υπεύθυνη κυβέρνηση οφείλει να αυξήσει κατ’ αναλογία τους φόρους, ακόμη κι αν έχει δηλώσει το αντίθετο ο πρωθυπουργός. Η αξιοπιστία της χώρας προηγείται της διάψευσης (για οιονδήποτε λόγο) του πρωθυπουργού. Η κυβέρνηση οφείλει να ετοιμάσει την χώρα τώρα και για το χειρότερο. Ας χαλαρώσει αν το δυσάρεστο τελικώς δεν έρθει. Όλα δείχνουν όμως ότι ο Κώστας Καραμανλής έχει υιοθετήσει την «ρεαλιστική» προσέγγιση του Γιώργου Σουφλιά που στηρίζεται στο «περίμενε να δούμε και πράξε αναλόγως». Η επιλογή αυτή προδίδει άγνοια των μηχανισμών διάδοσης των εξελίξεων στη σύγχρονη οικονομία, επιδίωξη ελαχιστοποίησης πολιτικού κόστους και αδιαφορία για τις δυσκολίες βίαιης προσαρμογής που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά τα οποία δεν διαθέτουν εισοδήματα στο μεταίχμιο της επίσημης οικονομίας, δηλαδή όσοι δεν έχουν μαύρα λεφτά από πολλαπλή απασχόληση ή παράνομες δραστηριότητες. Παρόμοια αντιμετώπιση είναι άδικη για τους τίμιους και σκληρά εργαζόμενους Έλληνες και τις επιχειρήσεις που σέβονται το αντικείμενό τους. Πολλά άλλωστε θα μπορούσαν να αλλάξουν αν ήταν δυνατόν να υπάρξει κοινή πολιτική έκφραση των δύο αυτών συνιστωσών της κοινωνίας μας.
Filed under: Πολιτική | Leave a Comment