Κάθε φορά – γιατί δεν είναι η πρώτη – που μια ελληνική κυβέρνηση παίρνει έκτακτα, δηλαδή εκτός προϋπολογισμού, μέτρα φορολόγησης, ακούγονται τα ίδια περίπου πράγματα, με τον ίδιο περίπου τόνο, με τις ίδιες περίπου «κομματικές γραμμές». Μάλιστα, από τότε που υπάρχει και «ελεύθερη TV» ακούγονται και οι ίδιες υποκριτικές κραυγές συμπαράστασης των εύπορων σχολιαστών για τους «φτωχούς» υπαλλήλους ή συνταξιούχους. Η εισοδηματική πολιτική που εκπορεύεται από το κράτος, δηλαδή από το κυβερνών κόμμα και τα ισχυρά συνδικάτα του δημόσιου τομέα, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει σωστά κανένα από τα σοβαρά προβλήματα του δημόσιου ταμείου.

Δεκαετίες τώρα, η πολιτική των παροχών διαδέχεται την αναγκαία λιτότητα. Δυστυχώς, μετά τη δεκαετία του ‘80 όλα έγιναν χειρότερα. Κι όμως όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, η πλειοψηφία των σημερινών Ελλήνων μακαρίζουν τον Ανδρέα Παπανδρέου που, το 1982, έπιασε στον «ύπνο» τους υπουργούς του και αύξησε υποχρεωτικώς όλες τις αμοιβές, δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Κι ας τα πήρε πίσω ο Αρσένης με τον ετεροχρονισμό της ΑΤΑ και την υποτίμηση του ‘83. Κι ας πήρε άλλα τόσα πίσω ο Σημίτης το ‘85 πάλι με την αναβολή της ΑΤΑ και την υποτίμηση. Κι ας τα ξαναπήρε από την οικουμενική πίσω η κυβέρνηση Μητσοτάκη, κάθε φορά για να …διασωθεί η οικονομία.

Δυστυχώς, στο δημόσιο τομέα, οι υπουργοί Οικονομίας υπόσχονται στην ΑΔΕΔΥ ελεύθερη διαπραγμάτευση, νέα ορθολογικά μισθολόγια, με την ένταξη κάποιων επιδομάτων και την κατάργηση άλλων αλλά κανείς δεν προλαβαίνει να το ολοκληρώσει. Ή τον ανασχηματίζουν ή κάποια από τις συνηθισμένες κρίσεις ασυγκράτητων και ντροπιαστικών ελλειμμάτων του δημοσίου προλαβαίνει τις …καλές προθέσεις. Έτσι κι αυτή τη φορά ο Γιάννης Παπαθανασίου υποσχέθηκε ότι μόλις περάσει η «διεθνής» κρίση, θα συζητήσει τα πάντα. Μέχρι τότε, ζήτησε κατανόηση επειδή ο προκάτοχός του έδωσε στους δημόσιους περισσότερα από όσα αντέχει η τσέπη του φορολογούμενου, περισσότερα από όσα μπορεί να εισπράξει ο πανάκριβος φοροεισπρακτικός μηχανισμός, περισσότερα από όσα είχε γράψει στον προϋπολογισμό ότι θα δώσει.

Αναρωτιέται κανείς τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε ξεσπάσει η πραγματική κρίση της παγκόσμιας οικονομίας. Μάλλον ό,τι συνέβη τα πολλά τελευταία χρόνια. Χάρη στην ταχύτατη αύξηση του μεγέθους της οικονομίας, χάρη στα δανεικά και στα δωρεάν εοκικά κεφάλαια, χάρη στις υπεραξίες της ναυτιλίας, των ακινήτων και του τουρισμού και όλα αυτά χάρη στην υπαγωγή μας στο αξιόπιστο σύστημα της ευρωζώνης, η Ελλάδα έκρυβε «κάτω από το χαλί», δηλαδή το βουνό ομολόγων τεράστια ελλείμματα και μαζί την αναξιοπιστία των διαχειριστών. Η κρίση έκανε τους «επενδυτές» στο Χρηματιστήριο ή αλλού, τους οίκους αξιολόγησης, τις υπηρεσίες του κ. Αλμούνια, τους οίκους που θησαύριζαν με το μανατζάρισμα των ελληνικών ομολόγων να ανακαλύψουν το μέγεθος του ελληνικού προβλήματος.

Αυτό που πρέπει να απελπίζει όσους ακόμη επιχειρούν να κρατηθούν μέσα στα όρια της λογικής είναι ότι ακόμη και σήμερα, ένα βήμα πριν τον γκρεμνό, η κυβέρνηση δεν ομολογεί την αλήθεια. Άραγε ο Κώστας Καραμανλής δεν γνωρίζει γιατί δεν ερωτά ή γιατί του αποκρύπτουν ότι τα συνολικά χρέη της Ελλάδας υπολογίζονται σε ποσό που ξεπερνά τα 800 δισεκατομμύρια ευρώ και ίσως να πλησιάζει και το τρισεκατομμύριο; Η πρώτη και ουσιαστική συναινετική πράξη θα έπρεπε να είναι η αποκάλυψη των πραγματικών μεγεθών. Οι βουλευτές όλων των κομμάτων οφείλουν να απαιτήσουν από κυβέρνηση, κόμματα και διοικούντες όλη την αλήθεια. Αν δεν απαιτήσουν την αλήθεια για την οικονομική κατάσταση του έθνους, θα καταστούν ένοχοι προδοσίας προς την χώρα και τις γενιές που ξεκινούν με δυσβάστακτα και άδικα βάρη στην πλάτη. Η οργή που αναβλύζει στα δημόσια πεζοδρόμια, όσο κι αν είναι απαράδεκτη και παράνομη, δεν θα μπορεί να αντιμετωπιστεί επειδή η πολιτεία έμαθε να κρύβει τα χάλια μας μέσα στα ψέματα.