Το «ελληνικό» κόστος εργασίας, από το 2001 ως εφέτος, σε σύγκριση με την ευρωζώνη, θα έχει αυξηθεί γρηγορότερα κατά 18 ολόκληρες εκατοστιαίες μονάδες. Ένα παλαιότερα πλεονέκτημα ανταγωνισμού εξαφανίζεται με ταχύτατους ρυθμούς. Σε πολλές περιπτώσεις κλάδων και επιχειρήσεων, η διαφορά είναι μεγαλύτερη από 20 μονάδες και μπορεί να φτάσει το 30%! Καμία οικονομία, καμία επιχείρηση, κανένας εργαζόμενος δεν μπορεί να αντέξει τέτοιο βαρίδι πάνω του, χωρίς να καταρρεύσει. Η επιχείρηση θα κλείσει, ο εργαζόμενος θα χάσει τη δουλειά του, το κράτος θα εισπράξει λιγότερα έσοδα. Και όμως (αν και όχι παραδόξως) το θέμα επιδεικτικά αγνοείται και πρακτικώς δεν συζητείται από τους πολιτικούς, οι οποίοι έχουν και το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης γι αυτή την κατάντια.

Παρόμοια διαφορά στο ρυθμό με τον οποίο προσαρμόζεται το κόστος εργασίας στη βελτίωση της οικονομίας και την άνοδο της παραγωγικότητας αποτελεί βαθιά μαχαιριά στη δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας να βελτιώσει τη θέση της στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, δηλαδή κατανομής του πλούτου. Δεν λησμονούμε ότι ο ανταγωνισμός δεν υφίσταται μόνον όταν τα ελληνικά προϊόντα συναντούν ομοειδή προϊόντα σε ξένες αγορές, αλλά κατά πρώτο λόγο στη δική μας, την ελληνική, αγορά. Κατά κύριο λόγο, προϊόντα και υπηρεσίες που παράγουμε έχουν μικρή τεχνολογική υπεραξία, βρίσκονται στη βάση της πυραμίδας του ανταγωνισμού, με την έννοια ότι αφορούν προϊόντα ευρείας και τυποποιημένης κατανάλωσης. Η υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας αποτελεί τραγική εξέλιξη αφού, σε περιβάλλον νομισματικής ζώνης, πολύ γρήγορα καταλήγει σε βάρος της εργασίας, με την έννοια ότι τροφοδοτεί την ανεργία ή την χρήση υποβαθμισμένων και ανεξέλεγκτων μορφών εργασίας, όπως συνήθως συμβαίνει με εξαθλιωμένους μετανάστες, μετά τους παράνομους (επειδή δεν καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές) έλληνες εργάτες.

Το θέμα δεν είναι καθόλου καινούργιο. Το καλοκαίρι του ‘85, στην τεράστια κρίση με το ισοζύγιο πληρωμών, οπότε κλήθηκε ο Κώστας Σημίτης να διαχειριστεί την καταστροφή, το κόστος εργασίας αποτέλεσε μέχρι και ξεχωριστό σημείο εξηγήσεων στο χριστουγεννιάτικο μήνυμα του Ανδρέα Παπανδρέου! Μόνον ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης τόλμησε να ομολογήσει το ίδιο πρόβλημα. Κατά κανόνα, πολιτικοί και (δυστυχώς) οικονομολόγοι έχουν πρακτικώς λησμονήσει την αξία αυτού του μηνύματος. Έμειναν οι εκθέσεις της Τραπέζης της Ελλάδος και οι ανάλογες των διεθνών οργανισμών μας το θυμίζουν. Σύμφωνα με πρόσφατη ειδική έρευνα οι προσαρμογές μισθών στην Ευρώπη που επρόκειτο να γίνουν εφέτος, είναι μειωμένες κατά 35% σε σύγκριση με όσα είχαν προβλεφθεί το 2008 και κατά 43% σε σύγκριση με παλαιότερες προβλέψεις. Βλέποντας τους πραγματικούς κινδύνους, οι συντελεστές της παραγωγής, οι αποφάσεις των οποίων προσδιορίζουν τις αμοιβές, προτιμούν την αυτοσυγκράτηση όταν έχουν να αντιμετωπίσουν το φάσμα της ανεργίας, της μείωσης των πωλήσεων και των εξαγωγών.

Στα δικά μας, συμβαίνει το χειρότερο αφού όλοι δείχνουν να μην απασχολούνται από το πρόβλημα της κρίσης, της ανταγωνιστικότητας και της εμμονής (συγκριτικά με άλλες οικονομίες) του πληθωρισμού. Κράτος και κοινωνικοί εταίροι, λησμονούν τα πάντα όταν κάθονται στο τραπέζι για να διαπραγματευτούν τις συμβάσεις όρων και αμοιβών. Κανείς τους δεν σκέφτηκε να ξαναδεί τη σύμβαση που υπεγράφη πριν ενάμιση χρόνο, όταν τα δεδομένα του τιμάριθμου ήσαν εντελώς διαφορετικά. Οι έχοντες εργασίαν και γεμάτο πορτοφόλι αγνοούν επιδεικτικά εκείνους που βλέπουν τζίρο και εργασία να χάνεται.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το επίπεδο των αμοιβών είναι ικανοποιητικό, ιδιαίτερα όταν αφορά εξειδικευμένες εργασίες, υψηλής προστιθέμενης αξίας, είτε όταν πρόκειται για ανταγωνιστικούς τομείς της οικονομίας. Οι «πατέρες» του συνδικαλισμού, εργατικού και εργοδοτικού, έχουν κατορθώσει να παίρνουν με το ένα χέρι όσα δίνουν με το άλλο, αφού πρώτα υπογράφουν αυξήσεις αμοιβών πάνω από τον πληθωρισμό και αμέσως μετά δίνουν μια και πάνε πάνω οι τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών τους. Η ελληνική οικονομία οφείλει να αποκόψει το νωρίτερο τη σύνδεση συμβολαιοποιημένων αμοιβών με τον πληθωρισμό, δηλαδή την τιμαριθμοποίηση του κόστους παραγωγής, αν θέλουμε να κερδίσουμε μερικούς πόντους στον εξαιρετικά τραχύ ανταγωνισμό που θα καταστήσει ακόμη πιο οξύ η τρέχουσα κρίση.

Έστω το επόμενο έτος, όλοι οι παραπάνω, θα πρέπει να αποδεχτούν την πραγματικότητα: να παγώσουν τις συμβάσεις. Η Ελλάδα ήταν το 2008 στην 25η (και το 2009 στην 26η) θέση μεταξύ των κρατών με τις μεγαλύτερες μισθολογικές αυξήσεις. Στις τελευταίες θέσεις βρίσκονται Ιαπωνία, Καναδάς, Ελβετία, Σουηδία, Γαλλία, Γερμανία. Τι δεν γνωρίζουν εκείνοι που (νομίζουμε ότι) ξέρουμε εμείς; Με τον πληθωρισμό, όπως υπολογίζει η Τράπεζα Ελλάδος, να πέφτει ταχύτατα υπάρχει η ευκαιρία να σπάσουμε το φαύλο κύκλο πληθωρισμού, περιθωρίου κερδών, φοροδιαφυγής, απώλειας ανταγωνιστικότητας, μείωσης επενδύσεων. Ποιός θα τολμήσει;