Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει τη φθηνότερη βενζίνη. Ακόμη και μετά τις διαδοχικές προσαρμογές φορολογίας, το «ελληνικό» λίτρο αμόλυβδης παραμένει φθηνότερο κατά, περίπου, 10 λεπτά, σύμφωνα με στοιχεία για την Ευρωπαϊκή Ένωση, από το μέσο όρο και, γενικότερα, η Ελλάδα βρίσκεται 20 θέσεις χαμηλότερα από την ακριβότερη χώρα. Το ακριβότερο λίτρο το έχει η Ολλανδία, δεύτερη η Δανία και τρίτη η Γερμανία. Χώρες πρωταθλήτριες σε μέτρα και προγραμματισμό για το περιβάλλον, στο δείκτη σεβασμού του κρατικού προϋπολογισμού και της κοινωνικής πρόνοιας.
Ακούγεται, προφανώς, ενοχλητικό αλλά η αμόλυβδη έπρεπε να είναι ακριβότερη στην Ελλάδα. Έπρεπε μάλιστα να είναι ειδικά τιμολογημένη σε τοπικό επίπεδο, όπως, για παράδειγμα στα νησιά, προκειμένου να αναχρηματοδοτείται το τεράστιο κόστος που επιφέρει η αλόγιστη, επεκτατική και συχνά καταστροφική χρήση του αυτοκινήτου και γενικότερα όσων μέσων μεταφοράς χρησιμοποιούν κινητήρες εσωτερικής καύσης. Έπρεπε, στην αντλία του διυλιστηρίου και όχι του βενζινάδικου, να προεισπράττονται όλοι οι φόροι. Έπρεπε το κράτος να αντιστρέψει τη σημερινή πρακτική, που δημιουργεί κίνητρα μαζικής φοροδιαφυγής. Έπρεπε το κράτος να έχει ήδη προσθέσει την ταμειακή μηχανή στα πρατήρια, αντί να τους παρακαλεί. Σε τελευταία ανάλυση, η πώληση καυσίμων είναι σοβαρή μπίζνα, μπορεί εύκολα να συνοδευτεί με την πώληση άλλων υπηρεσιών και δεν πρέπει να πωλείται με τόσο μεγάλα περιθώρια κέρδους απλώς και μόνον για να επιζήσουν κάποια (που δυστυχώς δεν είναι καθόλου λίγα) απομακρυσμένα ή γερασμένα πρατήρια.
Η υπόθεση με την περικοπή του ειδικού τέλους ταξινόμησης, που ανάστησε την αγορά αυτοκινήτου και έκανε τα «εύπορα θύματα της κρίσης» να σπεύσουν να προλάβουν τις ευκαιρίες στα ακριβότερα αυτοκίνητα, δείχνει για πόσο μεγάλες στρεβλώσεις ευθύνεται το κράτος. Αφήνοντας, πέρυσι το καλοκαίρι, φήμες ότι θα καθιερωθεί τεκμαρτό εισόδημα (άρα και πόθεν έσχες) για λιγότερα των 2000 κυβικών εκατοστών, έκαψε την αγορά, η οποία πήρε οριστικά τα κάτω της όταν η πιστωτική κρίση υποχρέωσε τις τράπεζες να περικόψου τα δάνεια στο κομμάτι της αγοράς με τα περισσότερα φέσια πελατών.
Το κράτος μπορεί άνετα να προσθέσει στα τέλη κυκλοφορίας όσα έσοδα χάνει θα χάσει από αυτή την πηγή. Ήδη με την παρούσα περικοπή θα χάσει πάνω από 100 εκατομμύρια. Αν μάλιστα ο Γιάννης Παπαθανασίου επαναφέρει το φθινόπωρο το ειδικό τέλος, η αγορά θα παγώσει χειρότερα κι από πριν αφού, στο μεταξύ, η ζήτηση εξαντλείται. Η οριστική εγκατάλειψη του ειδικού φόρου, που δεν τόλμησαν αρκετοί υπουργοί Οικονομικών, θα αντιμετωπίσει πιο ορθολογικά και την ανισότητα πυ δημιουργείται με όσους ιδιοκτήτες ΙΧ αγόρασαν με ακριβότερο φόρο και βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση προς τους «νέους» ιδιοκτήτες του παρόντος μέτρου.
Η απώλεια εσόδων μπορεί να καλυφθεί με την ανάλογη επιβάρυνση των τελών κυκλοφορίας και με ένα «πράσινο τέλος επί των διοδίων». Σε τελευταία ανάλυση, το λογικό είναι να επιβαρύνεται όχι η απόκτηση του αυτοκινήτου αλλά, όπως συμβαίνει με τη βενζίνη, η χρήση του και μάλιστα η αλόγιστη. Ώστε και οι αποφάσεις των πολιτών να είναι πιο ορθολογικές. Πόσοι άραγε, απ’ όσους σπεύδουν τώρα να αναβαθμίσουν τα κυβικά τους, έχουν υπολογίσει πόσο ακριβά θα τους κοστίσει; Η πολιτεία έχει την υποχρέωση να τους το ξεκαθαρίσει, τώρα και όχι όταν θα έχουν πιαστεί στη φάκα.
Filed under: Οικονομικά, Περιβάλλον, Πολιτική | Leave a Comment