Διάχυτη είναι η εντύπωση πως αρκεί να γυρίσει η διεθνής συγκυρία και τότε, έστω και με κάποια καθυστέρηση, η ελληνική οικονομία θα επιστρέψει στα «κανονικά» της. Είναι σωστό ότι η Ελλάδα ακολουθεί με υστέρηση 6-8 μήνες τις εξελίξεις ης διεθνούς οικονομίας. Είναι επίσης σωστό ότι ένα σημαντικό μέρος των χαρακτηριστικών της παρούσας κρίσης οφείλεται στη διεθνή κρίση. Αυτό όμως ισχύει για όλες τις οικονομίες και όχι μόνον για τη δική μας. Για να το θέσουμε κάπως διαφορετικά: η διεθνής κρίση είναι και δική μας κρίση. Κάποιοι μοιάζουν να πιστεύουν ότι το πρόβλημα του ελληνικού τουρισμού είναι απλώς η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος στις κύριες χώρες προέλευσης των επισκεπτών μας. Εμείς, που κάνομε πάντα «όλα καλά», δεν έχομε παρά να περιμένουμε να ξεπεράσουν την κρίση «τους».
Η επαρχιώτικη αυτή στάση απέναντι στις εξελίξεις οφείλεται στην πολύ βαριά κληρονομικά της μακράς περιόδου κατά την οποία ίσχυαν στην Ελλάδα δεκάδες εμπόδια επικοινωνίας της αγοράς μας με τις διεθνείς αγορές. Πράγματι, η χώρα μας προσπάθησε με κάθε τρόπο να εμποδίσει ή τουλάχιστον να καθυστερήσει την προσαρμογή μας στην πραγματικότητα της ενιαίας αγοράς και μόνον υπό την απειλή σοβαρότατων κυρώσεων αποδέχθηκε τη νέα πραγματικότητα μετά το 1993. Απόδειξη ότι σε όσες επιμέρους αγορές ή κλάδους διατηρείται η «εθνική» αυτονομία, οι κυβερνήσεις έχουν αποφύγει να αναθεωρήσουν με δική τους πρωτοβουλία καταστάσεις που επιβαρύνουν την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και την επιτάχυνση της ανάπτυξης. Τα εσωτερικά εμπόδια διατηρήθηκαν σχεδόν συστηματικά. Με αποτέλεσμα να υπάρχουν, ακόμη σήμερα, σοβαρές ανωμαλίες στη λειτουργία του εταιρικού τομέα, κυρίως διαρθρωτικού χαρακτήρα, όπως άλλωστε δομικές καθυστερήσεις στη διαχείριση του δημόσιου τομέα είναι εκείνες που προξενούν εξίσου μεγάλα προβλήματα.
Όλα αυτά τα προβλήματα, η κρίση τα κάνει πολύ χειρότερα. Πρόσφατη έρευνα μεγάλου οργανισμού, που είχα την ευκαιρία να μελετήσω, υπογραμμίζει ότι «ο εταιρικός τομέας εμφανίζεται ασθενέστερος του ευρωπαϊκού κυρίως σε όρους χαμηλότερης κερδοφορίας και υψηλότερης μόχλευσης». Αυτό σημαίνει ότι ένα πολύ σημαντικό μέρος της οικονομίας, που πραγματοποιεί το 22% του συνολικού κύκλου εργασιών, μπορεί να χαρακτηρισθεί αδύναμο ή, με όρους που μας είναι πιο γνωστοί, «προβληματικό». Η κατάσταση είναι δυσκολότερη επειδή οι προβληματικές επιχειρήσεις των προβληματικών κλάδων, δεν μπορούν να συντηρηθούν στη ζωή με αύξηση των δανείων τους, όπως, σε μεγάλο βαθμό, συνέβη τα τελευταία χρόνια του εύκολου και φθηνού χρήματος. Υπάρχουν πλέον πάρα πολλές επιχειρήσεις που έχουν δανειστεί περισσότερα από όσα μπορούν να εξυπηρετήσουν σε μια οικονομία συντήρησης, χαμηλών δηλαδή ρυθμών αύξησης της δραστηριότητας.
Η κατανομή της προβληματικότητας δείχνει ότι το ποσοστό είναι περί το 25% (1 στις 4) στη βιομηχανία, το 22,5% στο εμπόριο και μικρότερο από 20% (1 στις 5) στις υπηρεσίες. Μεταξύ άλλων, οι επιχειρήσεις που εμφανίζουν σοβαρά προβλήματα είναι συγκεντρωμένες στους κλάδους μετάλλου, εκδόσεων, ξύλου, μεταφορών, κλωστοϋφαντουργίας, κατασκευών, ξενοδοχείων και εστιατορίων, αυτοκινήτου, επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, τροφίμων και χονδρικής διαχείρισης μηχανημάτων και εξοπλισμού. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η κρίση έχει ήδη κάνει την κατάσταση πολύ χειρότερη και η βαθμολόγηση που χρησιμοποιούν οι τράπεζες στις εσωτερικές τους διαδικασίες αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας των μονάδων έχει πέσει στο C-, από το C+ που είχαν πολλές απ’ αυτές. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη κι όταν η κρίση θα έχει αρχίσει να ξεπερνιέται τα «δομικά προβλήματα της βιομηχανίας και δευτερευόντως των υπηρεσιών θα παραμείνουν», ενώ ο «εμπορικός τομέας θα ανακάμψει σημαντικά».
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ελληνικές εταιρείες εμφανίζονται αδύναμες όταν συγκριθούν με την κατάσταση των ομολόγων τους ευρωπαϊκών. Στηρίζονται σε λιγότερα δικά τους κεφάλαια, αυξάνουν το δανεισμό τους σε σύγκριση με τις εισπράξεις τους, βαρύνονται από τη μικρότερη παραγωγικότητα της εργασίας. Κυρίως όμως, είναι πολύ μικρές για να επιχειρήσουν αξιόλογες επενδύσεις οργάνωσης της παραγωγής, της διανομής και, τελικώς, των αγορών τους. Από το καταγεγραμμένο σύνολο των 875 χιλιάδων επιχειρήσεων, μόνον οι περίπου 500 έχουν κύκλο εργασιών μεγαλύτερο από 50 εκατομμύρια ευρώ και μπορούν να χαρακτηριστούν «μεγάλες», ενώ περίπου 7.000 επιχειρήσεις τζιράρουν πάνω από 2,5 εκατ. ευρώ και μπορούν να κριθούν ως «μεσαίες».
Σε αυτές τις μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις παρατηρήθηκε ταχύτατος ρυθμός ανάπτυξής τους τα τελευταία χρόνια, δίνοντας περιεχόμενο στην ανάπτυξη των τελευταίων ετών, προσφέροντας φορολογήσιμα εισοδήματα και πραγματική απασχόληση. Στην περίοδο 2003-2007, εμφάνισαν μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης των εργασιών τους 10,2%, ανώτερο από το 7,8% που αυξήθηκε σε ονομαστικές τιμές το ελληνικό εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ). Οι μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις έχουν καλές αποδόσεις κεφαλαίων, ικανοποιητικά περιθώρια κέρδους, μικρότερη έκθεση στον δανεισμό, ικανοποιητική ρευστότητα και σχετικά καλή διάρθρωση παραγωγής και, γενικότερα, ένα προφίλ που πείθει ότι μπορούν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα από τη μείωση της ζήτησης και την αναδιάρθρωση των αγορών ενώ, σε κάποιες περιπτώσεις, θα επωφελούνται περισσότερο καθώς η οικονομία θα εξέρχεται από την κρίση.
Ο φόβος των πολιτικών που συντηρεί την παράλογα ελαφριά φορολογική επιβάρυνση των τσιγάρων είναι χαρακτηριστικό δείγμα αδυναμίας να επιδιώξει η χώρα στόχους που ανατάσσουν διπλά το δημόσιο συμφέρον: προστασία της υγείας του πληθυσμού, υγιής αύξησης των δημοσίων εσόδων. Παρά τις συζητήσεις που γίνονται τον τελευταίο καιρό για τα συμπληρωματικά μέτρα μέσω των οποίων θα προσπαθήσει η κυβέρνηση να περιορίσει την, πρακτικώς βεβαία, εκτόξευση του κρατικού ελλείμματος στο επίπεδο του 7% του ΑΕΠ, στο υπουργείο Οικονομικών δεν υπολογίζουν κάποια αύξηση του φόρου στα τσιγάρα.
Το ελληνικό κράτος, δέσμιο διαπλεκομένων συμφερόντων, παγιδεύεται σε αντιφάσεις. Την ώρα που, μέσω του υπουργού Υγείας, επιδιώκει τον περιορισμό της κακής συνήθειας του καπνίσματος, με τους περιορισμούς στους δημόσιους και εργασιακούς χώρους, ο υπουργός Οικονομικών αρνείται να συνδράμει στον ίδιο στόχο με την αύξηση των φόρων. Παρά το αντικειμενικό γεγονός που προκύπτει από την εμπειρία των άλλων κρατών: μόνον ο συνδυασμός απαγορεύσεων, κανονισμών και υψηλής φορολόγησης οδηγεί τους συμπολίτες μας στην εγκατάλειψη του καπνίσματος. Σήμερα, η κατανάλωση τσιγάρων περιορίζεται μόνον κατά 1% κάθε χρόνο. Με το συνδυασμό μέτρων θα μπορούσε, σύμφωνα με έγκυρες εκτιμήσεις στελεχών του κλάδου, να μειωθεί κατά 3%
Σημειώστε ότι το κράτος εισπράττει σήμερα περίπου 2,5 δις ευρώ από το φόρο των τσιγάρων. Θα μπορούσε να εισπράττει ποσό αυξημένο κατά τουλάχιστον 30-40% μεγαλύτερο. Αν δεν υποχωρούσε στα «κόλπα» των ψευδο-εγχώριων παραγωγών, αλλά στην πράξη διακινητών φθηνότερων προϊόντων θανάτου. Αν δεν «έκλιναν τα μάτια» στα φθηνά υποκατάστατα του τσιγάρου (προσέξτε τις «παγωμένες» τιμές των στριφτών!). Θα μπορούσε το ίδιο εύκολα να εισπράξει τα διπλάσια, δηλαδή πάνω από 5 δις ευρώ, αν αποφάσιζε να αντικαταστήσει όλο το σημερινό περίπλοκο «σύστημα» φόρων με ένα πάγιο ποσό φόρου σε κάθε πακέτο τσιγάρων.
Πρόσθετη απόδειξη της οπισθοδρομικής «ελληνικής» πολιτικής, είναι οι αντιρρήσεις και οι απειλές βέτο που με επιμονή προβάλουν οι εκπρόσωποί μας στα κοινοτικά όργανα, κάθε φορά που συζητείται κάποια προσαρμογή ή/και νέα επιβάρυνση στα τσιγάρα. Όμως, τα ελληνικά καπνά, εξαιρετικής ποιότητας και αναλόγου υψηλής τιμής, δεν χρησιμοποιούνται από τον παραδοσιακό βιομήχανο της Καλαμάτας που απειλεί (μάλλον αποτελεσματικά!) τις κυβερνήσεις , αφού εισάγει τα καπνά που χρησιμοποιεί, όπως καταγγέλλουν οι καπνοκαλλιεργητές. Με αποτέλεσμα, η χώρα να εκτίθεται διεθνώς καθώς, όπως έχουν συμπεράνει στις Βρυξέλλες, οι αντιρρήσεις της ελληνικής κυβέρνησης σε μια πιο ενεργό αντικαπνιστική κοινοτική πολιτική αποσκοπούν στη δυνατότητα του γνωστού βιομηχάνου να επιτυγχάνει χαμηλότερες τιμές σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Η κυβέρνηση εκτίθεται σε μάχη οπισθοφυλακής και εκθέτει όλους εμάς. Έναντι της κοινής απόφασης των ευρωπαίων για ελάχιστη φορολογική απόδοση, το πάγιο τέλος που σας έλεγα προηγουμένως, πήραμε παράταση μέχρι το 2018, συμμαχώντας με τις νέες (πρώην ανατολικές) χώρες της Ένωσης! Να γιατί δεν αντιλαμβάνομαι το θράσος που έχουν στην κυβέρνηση να ζητούν από, τους ίδιους πάντοτε, ειλικρινείς και βαρύτατα φορολογούμενους πολίτες, να πληρώνουν περισσότερους τακτικές και έκτακτες εισφορές, πληρώνοντας τελικά αυτοί το τεράστιο κόστος για τη φροντίδα των βλαβών που προκαλούνται από το κάπνισμα. Ας τους ζητηθεί, τουλάχιστον, να πληρώσουν!
Filed under: Πολιτική | Leave a Comment