Ενα κράτος που σέβεται τον εαυτό του, δηλαδή σέβεται τους πολίτες, θα είχε καταλήξει σε ένα σταθερό σύστημα φορολόγησης. Η αλήθεια είναι ότι έγιναν προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση και από τις δύο κυβερνητικές παρατάξεις. Με κύριο χαρακτηριστικό τη μείωση του ανώτατου αλλά και του μεσαίου συντελεστή φορολογίας του εισοδήματος. Δυστυχώς όμως, το χρονοδιάγραμμα προσαρμογής προς μια ελαφρύτερη άμεση φορολογία, συνάντησε τη μέγιστη δυσκολία, δηλαδή την όξυνση της φοροδιαφυγής και την ανεπάρκεια των κυβερνητικών εσόδων και, επομένως, ο σχεδιασμός έχει, πρακτικώς, καταργηθεί. Επομένως, η επιμονή του υπουργού Οικονομίας Γιάννη Παπαθανασίου στην τήρηση των ρυθμίσεων Αλογοσκούφη για τη σταδιακή μείωση των συντελεστών, όσο κι αν πολιτικώς αποτελεί ένα από τα ελάχιστα σωσίβια του κόμματός του σε ένα κρίσιμο κομμάτι ψηφοφόρων, φαντάζει εξωπραγματική.

Επιπλέον, η χρηματοοικονομική κρίση άλλαξε περαιτέρω τα δεδομένα του τσαλακωμένου σχεδιασμού. Οταν το κράτος καλείται να επενδύσει δημόσιο χρήμα με στόχο τη σταθεροποίηση της οικονομίας στην πλευρά της προσφοράς, δηλαδή της παραγωγής των επιχειρήσεων και της προσφοράς εργασίας, δηλαδή τον συντελεστή «Επένδυση» στην τυπική εξίσωση μιας οικονομίας σε κεϊνσιανή ισορροπία, δεν είναι λογικό να επιδιώκεται ταυτοχρόνως η ενίσχυση της οικονομίας εκ του αποτελέσματος μιας νεοκλασικού τύπου ενίσχυσης των τελικών εισοδημάτων και κερδών. Παρόμοια πολιτική οδηγεί το κρατικό ταμείο σε σίγουρη χρεοκοπία. Ο,τι δηλαδή φαίνεται να συμβαίνει τους τελευταίους μήνες. Μας αρέσει, δεν μας αρέσει, η δημοσιονομική πραγματικότητα θα προσδιορίσει, τα αμέσως επόμενα χρόνια, το είδος της οικονομίας που θα εγκατασταθεί στη χώρα μας. Και, σίγουρα, δεν θα μοιάζει και πολύ με όσα φορτωθήκαμε στη δεκαετία του ’80, ούτε προς την άνοιξη που έφερε το ευρώ.

Η υπό εξέλιξη κρίση ήταν ένας μη προγραμματισμένος παράγοντας, που τώρα κάνει το αδράχτι να γυρίζει τρελά. Χτίσαμε τις τύχες μας πάνω σε διαδοχικές φούσκες. Η φούσκα του δημόσιου χρέους υποδαύλισε τρεις, τουλάχιστον, περιόδους που έκαναν την παρούσα φούσκα των ακινήτων να φουσκώνει, κάθε φορά, και λίγο περισσότερο. Αν δεν υπήρχε το κράτος και η δομή των φορολογικών εσόδων του, οι τιμές των ακινήτων θα είχαν ήδη αρχίσει να μειώνονται και στις «καλές» μεσοαστικές περιοχές τις οποίες συνήθως αναφέρουν όσοι υποστηρίζουν ότι τα ακίνητα μόνον κέρδος φέρνουν. Ποιο, αλήθεια, κέρδος έχουν οι επενδυτές σε ακίνητα του μεγαλύτερου μέρους περιοχών όπως η Κυψέλη, η Πλατεία Αμερικής και η Κολιάτσου, ο Αγιος Παντελεήμονας, κάποια (μεγάλα) τμήματα του Βύρωνα και της Ανω Νέας Σμύρνης, η μισή Δάφνη και τεράστια κομμάτια των δυτικών προαστίων; Το μέσο ελληνικό νοικοκυριό έχει παγιδευθεί στη διατήρηση μιας δήθεν «αντικειμενικής» περιουσίας, πληρώνοντας συνεχώς το δημόσιο ταμείο και το ιδιωτικό των μαστόρων και άλλων επιδιορθωτών, με την ελπίδα ότι τα χρήματά του είναι ασφαλή. Ακόμη κι αυτό είναι αδιάφορο, αφού στην όποια υπεραξία υπολογίζουν όσοι το κάνουν, θα τη βάλουν στο χέρι μόνον αν πουλήσουν. Ποιος, αλήθεια, μπορεί να υπολογίσει την αξία των ακινήτων αν πολλοί πουλούσαν τα ακίνητά τους;

Η αποεπένδυση από τα ακίνητα θα αποτελέσει σημαντικό χαρακτηριστικό της Νέας Ελληνικής Οικονομίας, η διαμόρφωση της οποίας έχει ήδη ξεκινήσει και θα προοδεύσει ανάλογα με τη διάρκεια και τα νέα χαρακτηριστικά της μεγάλης κρίσης. Σκεφθείτε το παράδειγμα των Ι.Χ. αυτοκινήτων. Πόσα απ’ αυτά θα είναι απολύτως για πέταμα αν οι προδιαγραφές, τουλάχιστον για τις μεγάλες πόλεις, γίνουν ειλικρινώς πράσινες και, αντιστοίχως, προσαρμοστεί το κόστος των νέων, «πράσινων», τελών κυκλοφορίας; Υπολογίστε αναλόγως το κόστος ανακατασκευής εκατοντάδων χιλιάδων διαμερισμάτων κατασκευασμένα στις δεκαετίες ‘60 και ’70 και θα δείτε καλύτερα πώς θα «σκάσει» η φούσκα. Το φορολογικό «άρμεγμα» του ακινήτου φθάνει ήδη στα όριά του. Το κεντρικό ταμείο θα πρέπει να περιορίσει τις ορέξεις του, καθώς μάλιστα οι τοπικοί φόροι θα αυξηθούν αισθητά, προκειμένου να καλυφθεί το πραγματικό κόστος της αστικής μας διαβίωσης.

Το κράτος χάνει συνεχώς τα μέσα παρουσίας και παρέμβασής του στην οικονομία. Ηδη, ο κρατικός τομέας της υγείας έχει χάσει τη δυνατότητά του να προσδιορίζει το κόστος της περίθαλψης, σε όφελος του ιδιωτικού, προς τον οποίο ματώνουν χωρίς ελπίδα τα ασφαλιστικά Ταμεία. Η ανικανότητα των πολιτικών να αναμορφώσουν το ΕΣΥ, έχει πρακτικώς οδηγήσει στην ιδιωτικοποίησή του. Μέχρι το 2015, πολύ νωρίτερα από τα αναμενόμενα, η κρίση του κλάδου συντάξεων θα εκδηλωθεί μειώνοντας τα εισοδήματα της συγκριτικά απόλυτης πλειοψηφίας που γίνονται οι συνταξιούχοι. Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, τα παιδιά των baby boomers ετοιμάζονται να «φάνε από τα έτοιμα» για να συμπληρώσουν τη σύνταξη. Καμία έκτακτη εισφορά, που αντισυνταγματικά προσθέτει στον μέσο φορολογικό συντελεστή 1,5-3,0%, δεν αρκεί για να αντεπεξέλθει το κράτος σε ένα σπάταλο μοντέλο διαβίωσης. Σε κάθε περίπτωση, ο ελεγχόμενος πληθωρισμός δίνει την ευκαιρία στον κ. Παπαθανασίου να αφήσει ίδιους τους συντελεστές, αλλά να προσαρμόσει τα εισοδηματικά κλιμάκια. Ας βρεθεί κάποιος να πάει κόντρα στους μανδαρίνους του υπουργείου Οικονομικών!

(Δημοσιεύθηκε 12-7-2009)