Το αυτονόητο στις συμβάσεις
Οι σχεδιαζόμενες, για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, προσαρμογές στην αγορά εργασίας προκάλεσαν, όπως κατά κανόνα συμβαίνει, ουρανομήκεις κραυγές απόγνωσης. Κυρώις από ορισμένα μήντια, που απηχούν εσωτερικές διεργασίες και πολλαπλασιάζουν τις ανησυχίες όσων αντιμετωπίζουν αρνητικά τις προσπάθειες αντιμετώπισης της παρούσας κρίσης. Γεγονός που εξηγείται με ευκολία αφού αυτό που η κρίση κατακρημνίζει είναι οι διάφορες δομές σοβιετικού τύπου, με τις οποίες έχει φορτωθεί από τη δικτατορία ως και πριν λίγα χρόνια η ελληνική κοινωνία και οικονομία.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα με τις όχι και τόσο συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Η δομή, ο τρόπος διαπραγμάτευσης και, κυρίως, η πολιτική πατρωνεία, που ασκούν τα κόμματα εξουσίας μέσω της συνδικαλιστικής ελίτ στην επιχειρηματική πρωτοβουλία αποτυπώνεται στις συμβάσεις εργασίας και είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα συστήματα πέδησης της οικονομίας. Αν και με κανέναν τρόπο η αλλαγή του πλαισίου διαπραγματεύσεων δεν αποτελεί μέρος της διάσωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, η κυβέρνηση έχει δεχτεί να κάνει επιτέλους όσα επί πολλά έτη μας προτρέπουν οι οικονομικοί σύμμαχοί μας (από τις Βρυξέλλες και τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες) αλλά και όλοι οι έμπειροι διεθνείς οργανισμοί (ΕΚΤ, ΟΟΣΑ, ΔΝΤ).
Σημείωσαν, στο Μνημόνιο της 3ης Μαΐου: «Μετά από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους και εντός του πλαισίου της κοινοτικής νομοθεσίας, η κυβέρνηση θα μεταρρυθμίσει το νομικό πλαίσιο για τις μισθολογικές διαπραγματεύσεις στον ιδιωτικό τομέα». Όλοι όσοι έχουν επαρκή γνώση και εμπειρία των βαθύτερων αιτίων της ακαμψίας της ελληνικής αγοράς εργασίας, κατανόησαν εύκολα το εύρος και το βάθος της παραπάνω διατύπωσης.
Η Ελλάδα είναι η μοναδική(;) χώρα της Ευρώπης στην οποία δεν σεβόμαστε την κρίση και το δικαίωμα των άμεσα ενδιαφερομένων να φροντίσουν για τα συμφέροντά τους. Έτσι, σε πολύ λίγες περιπτώσεις έχουμε πραγματικά ελεύθερη διαπραγμάτευση σύμβασης εργασίας εκεί που ζουν και εργάζονται οι ενδιαφερόμενοι. Δηλαδή στο επίπεδο της ίδιας της επιχείρησης. Όταν πάντως «επιτρέπεται» η υπογραφή επιχειρησιακής σύμβασης, πρέπει να προστίθεται κάτι στην ήδη συμφωνημένη κλαδική. Η οποία άλλωστε υπάρχει μόνον επειδή εξειδικεύει και προσθέτει κάτι στην εθνική «συλλογική» σύμβαση.
Αν εξαιρέσει κανείς ορισμένους κλάδους της βαριάς βιομηχανίας, που δυστυχώς δεν διαθέτουμε στην χώρα μας, οι συνθήκες εργασίας διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των επιχειρήσεων. Είναι λοιπόν προφανές ότι οποιαδήποτε κλαδική προσέγγιση θα πρέπει να αφορά ένα πολύ περιορισμένο επίπεδο κοινών κανόνων. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να ορίζει ένα εύρος ελάχιστης αμοιβής, χωρίς να παρεμβαίνει στη λεπτομέρεια όσων θα μπορούσε να συζητήσει και να διαπραγματευτεί το συνδικάτο κάθε ενός χώρου εργασίας.
Με την εξειδίκευση του Μνημονίου αναλύεται καλύτερα το εύρος των αλλαγών που προβλέπεται να συμβούν. «Η Κυβέρνηση πρέπει να διασφαλίσει ότι οι συμβάσεις σε επίπεδο επιχείρησης υπερισχύουν των κλαδικών συμβάσεων που με τη σειρά τους υπερισχύουν έναντι των συμβάσεων σε επίπεδο επαγγελματικών ενώσεων», σημειώνεται. Όταν θα έχει ολοκληρωθεί η αλλαγή αυτή, η διαπραγμάτευση δικαιωμάτων, συνθηκών και αμοιβών θα σταθεί και πάλι στα πόδια της.
Πρόκειται πάντως για αλλαγή εξαιρετικής σημασίας που φέρνει πολλαπλές ανατροπές σε συνήθειες, συμμαχίες και κατεστημένα. Κάποτε μάλιστα η πρωτεύουσα σημασία των εργοστασιακών σωματείων αποτελούσε «επαναστατική προτεραιότητα» για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, στην οποία οφείλουμε την καταγγελία της βαρβαρότητας έναντι του σοσιαλισμού.
Η ελληνική πραγματικότητα χτίστηκε σε πιο γραφειοκρατικά σχήματα, όπου ο πατερούλης συνδικαλιστής συνεργάζεται με την κομματική γραφειοκρατία, «υπέρ των εργαζομένων». Μια νέα αρχή είναι το «αυτονόητο που δικαιούται ο ελληνικός λαός», όπως σημείωνε τις προάλλες και ο πρωθυπουργός στο άρθρο του με το οποίο ζητούσε «να αλλάξουμε τόσο ριζικά την Ελλάδα, ώστε να βγει οριστικά από τον φαύλο κύκλο της παρακμής».
Filed under: Οικονομικά, Πολιτική | Leave a Comment